Τρίτη, Νοεμβρίου 29, 2011

melancholy


μαργαριτάρια αναβλύζουν πίσω απ' τα βλέφαρά μου
και στεγνώνουν πάνω στο δέρμα μου,
μόλις στεγνώσει και το αίμα που κυλά από τις σχισμές πάνω του

έχω μια πικρόγλυκη γεύση στο στόμα μου
και μια ντουζίνα αναμνήσεις στο κεφάλι μου.
όλες τους όμορφες.
τόσο όμορφες που δεν τις αντέχω,
που πρέπει με κάποιον τρόπο να τις διώξω μέσα από ένα σώμα που τρέμει

λέξεις παλιές, κινήσεις στοιχειωμένες


νιώθω τόσο που πονάει,
τόσο που γιατρεύεται κι ο πόνος


Μια μέρα θα σπάσω όλους τους καθρέπτες
και θα τρέξω χαρούμενη στους δρόμους
να διαδώσω την ελευθερία μας.



Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2011

ιδιαίτερη

αυτό που πάντα ήθελα,
που πάντα ονειρευόμουν
με τα μάτια ανοιχτά
αυτό πέταξες μπροστά στα μάτια μου
με λίγα γράμματα και κάμποσες τελείες
και τα δάκρυα που έφερε
με ζωντάνεψαν κ πάλι


μπορεί να μην μπορώ να διώξω το φόβο, μπορώ όμως να προσπαθήσω

μια όμορφη μέρα

τόσες μέρες φόβου
τόσες νύχτες δυστυχίας
κι όμως, λίγα λεπτά έφτασαν 
και ο ήλιος μπήκε τελικά.
ξέρω- δεν θα κρατήσει για πολύ,
ήδη μια παλιά θλίψη έχει αρχίσει να με κατακλύνει.
μα, έχω αυτό.
έχω αυτή την τόσο πολύτιμη ανάμνηση.
έχω ηχογραφήσει την φωνή σου 
και θα την βάζω να παίζει κάθε μέρα που μου λείπεις
μέχρι να σε δω ξανά και να ηρεμήσει το μυαλό μου
που θα έχει σίγουρα εως τότε τρελαθεί από τον τρόμο και την ανασφάλεια.


θα είσαι όμως κάθε φορά εκεί,
όσος καιρός κι αν περνάει,
αυτό λέω στον εαυτό μου.
και αν η απουσία σου είναι ανυπόφορη,
θα βρίσκω και πάλι τρόπο να σε βρω.




σαν τις στιγμές που πέρασαν δεν θα ξαναέχω.
το ξέρω, 
το νιώθω.
δεν θα αφήσω όμως μερικά δάκρυα να χαλάσουν αυτή την τόσο όμορφη μέρα.
κι ας μην είναι αρκετές οι ώρες,
κι ας μην είναι αρκετές οι λέξεις.
θα σκεφτώ ξανά αύριο,
τίποτα δεν θα χαλάσει την όμορφη μέρα μου 




Να είσαι καλά  και να είσαι εδώ,
αυτό μόνο αρκεί

Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2011

sunrise

και τότε, μεσ' τη νύχτα, βγήκε ο ήλιος
και σκόρπισε τα κομμάτια του σκότους
που είχαν εισβάλει στην εικόνα
όταν είχε κυριαρχήσει το χάος


ο ήλιος,
μια λαμπερή νέα ανάμνηση,
μια κατάρριψη ενός φόβου,
για να φωτίζω το δρόμο μου τα βράδια
και να κάνει τις μέρες μου ακόμη πιο όμορφες


..ένα γλυκό όνειρο
που με ξυπνάει με χαμόγελο
και μου δείχνει πως το μυαλό μου αποφάσισε για εμένα
αυτό που εγώ δεν μπορούσα να διαλέξω με την λογική.
Αποφάσισε πως πιστεύω,
πως ελπίζω ακόμη..

Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2011

εγώ χτυπούσα τα χέρια μου,
βούλιαζα το κεφάλι μου στο νερό
και με ανοιχτά τα μάτια, να τσούζουν από την αλμύρα,
σε έψαχνα.
Ήσουν κάπου μέσα στο βυθό
και είχες πει θα κολυμπούσες στην επιφάνεια εκείνη την ώρα,
τότε που ο ήλιος θα ένωνε τα δυό γαλάζια,
μα ήξερα πως θα το έκανες μόνο γιατί στο ζήτησα.
Δεν είχα καμιά δουλειά στη θάλασσα πλέον
την είχα ξεχάσει,
είχα ανέβει στα βουνά και κοιτούσα μόνο προς τον ήλιο,
έτσι είχες μάθει.
Από τη φωνή σου φάνηκε
πως δεν νοιαζόσουν να με δεις ξανά
κάπου ανάμεσα στους δύο κόσμους,
για αυτό δεν ξαφνιάστηκα που δεν εμφανίστηκες.
Γιατί απλά δεν είχε σημασία.
Για εσένα, δεν είχε σημασία..
καιρό τώρα

Σάββατο, Νοεμβρίου 19, 2011

Η σιωπή σου γεμίζει απελπισία τις σκέψεις μου





Γιατί, χειρότερο απ' το το κενό που μου δημιουργεί η απουσία σου, είναι να ξέρω πως, η δική μου απουσία, δεν έχει αφήσει κανένα σημάδι στο δικό σου στήθος...




 *
 Δεν περίμενα να την βρω εκεί, αν και, όπως πάντα, την έψαχνα. 
Όταν την κοίταξα, για μια στιγμή ήμουν ευτυχισμένος. 
Ολοκληρωμένος. Σαν ένα παζλ που επιτέλους βρήκε το κομμάτι που του έλειπε και το έβαλε στη θέση του.
 Για μια στιγμή. 
Γιατί καθώς έτρεξα προς το μέρος της και την έσφιξα στην αγκαλιά μου, ξαφνικά πόνεσα. 
Τα χέρια της, κοκαλωμένα στη θέση τους ακόμη, δεν με άγγιξαν, μα με πλήγωσαν. 
Απομακρύνθηκα και την παρακολούθησα να φοράει ένα συγκαταβατικό χαμόγελο 
- αυτό που πάντα, όλο ευγένεια όπως ήταν, χάριζε στους ξένους- 
"Πώς είσαι?" με ρώτησε φιλικά.
Σάστισα, δεν μπορώ να πω όμως πως δεν το πίστεψα.
Το είχα βιώσει τόσες φορές μέσα στους εφιάλτες μου. 
Μα δεν το περίμενα. Όχι στ' αλήθεια.
Όσο κι αν βασανιζόμουν, ακόμη ήλπιζα ασυνείδητα.
Με είχε ξεχάσει. Πραγματικά, είχε διαγράψει κάθε βλέμμα, κάθε χαμόγελο, κάθε συναίσθημα αγάπης.
Τι κι αν ήξερε ποιος ήμουν? Με είχε ξεχάσει.
Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου.
Εκείνη πανικοβλήθηκε.
Φαντάστηκα προσπαθούσε να θυμηθεί τι είχε κάνει για να μου προκάλεσε λύπη.
Όμως δεν είχε κάνει τίποτα κακό. Τίποτα λάθος.
Απλά είχε αλλάξει.
Όχι χαρακτήρα, συναισθήματα.
Είχε υποσχεθεί δεν θα την έχανα. Ποτέ.
Είχε πει πως δεν θα με άφηνε να την χάσω γιατί δεν θα άντεχε να χάσει εκείνη εμένα.
Ερωτήματα επιτέθηκαν στο παγωμένο μυαλό μου. 
Τι είχε γίνει;
Πώς μπορούσε να σταματήσει να μ' αγαπά;
Ήταν ο χρόνος που είχε επέμβει;
Και, τέλος, είχε σημασία;
Ό,τι κι αν το είχε προκαλέσει, την είχα χάσει.
Αυτήν και την καρδιά της. 
*

Μα με αγαπάς ακόμη. Απλά δεν με θυμάσαι. Κι όσο δεν με θυμάσαι είναι σαν να μην υπάρχω. Δεν υπάρχει κάποιος να αγαπήσεις, να σκεφτείς. Μ' αγαπάς ακόμη. Μα πιο λίγο..  

Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2011

it's you

Προχωρούσε τραγουδώντας ένα θλιμμένο τραγούδι -θλιμμένο σαν κι αυτή- όταν ταράχτηκε από μια φιγούρα που ξαφνικά εμφανίστηκε δίπλα της. Μα ήταν μόνο ο καθρέπτης. Επί τη ευκαιρία γύρισε να επεξεργαστεί το είδωλό της. Παρά τη θλίψη της, ένιωσε μεγάλη ευχαρίστηση αντικρίζοντας στα μάτια την κοπέλα που την κοιτούσε με περηφάνια πίσω. Τόσα χρόνια πάλευε για αυτή τη στιγμή, καλλιεργώντας το πνεύμα και την ομορφιά της. Τόσα χρόνια πάλευε για αυτή τη στιγμή. Αυτή που θα κοιτιόταν στον καθρέπτη και θα χαμογελούσε αυτάρεσκα. Αφού είχε αυτό, αφού είχε αυτή, τότε θα τα αντιμετώπιζε όλα. Και την μοναξιά της, θα την έδιωχνε κι αυτή αφού είχε κερδίσει την επιδοκιμασία της κοπέλας στον καθρέπτη...                                                                                    
Ποιος χρειάζεται τους άλλους! "Οι αδύναμοι, μόνο αυτοί" απάντησε δυνατά στον εαυτό της. Άφησε να πέσει ο δίσκος με τα ποτήρια που κρατούσε έως τότε σφιχτά, ελευθερώνοντας έτσι τα χέρια της. Ψηλάφιζε απαλά το πρόσωπό της ενώ άκουγε το γυαλί να σπάει και να γίνεται κομμάτια κατά την βίαιη επαφή του με το πάτωμα. Ο χρόνος είχε σταματήσει για τη Ματίλντα. Το χάδι της κοκάλωσε όμως μόλις τα δάχτυλά της ακούμπησαν ένα κομμάτι του προσώπου της που ποτέ ξανά δεν είχε προσέξει. Εκεί, στο μάγουλο, ακριβώς κάτω από το μάτι υπήρχε ένα παράξενο οβάλ σκίσιμο. Πλησίασε περισσότερο στον καθρέπτη και με τα δυό της χέρια άρχισε να νιώθει την υφή του. Μαλακά, τρυφερά. Τα δάχτυλά της άνοιξαν διστακτικά τη σχισμή. Λίγο μόνο, αλλά αρκετά ώστε να μπορέσει να δει καλύτερα την παράδοξη πληγή της. Το μόνο που αντίκρισε όμως ήταν... σκοτάδι. Μαύρο. Το χρώμα του αγνώστου και το χρώμα του φόβου για αυτό. Τρομοκρατημένη όπως ήταν ανάσανε βαθιά και, με μια απότομη κίνηση, έμπηξε τα νύχια της μέσα στη σχισμή και τράβηξε.                                                                            
Κύλησαν τότε στο δάπεδο τα ασημένια μαλλιά της, έπεσε το γαλάζιο,μεταξωτό της φόρεμα και -τελευταίο- , αφού έγινε σκόνη, το πρόσωπό της σκορπίστηκε στο δωμάτιο. Στεκόταν γυμνή μπροστά στον εαυτό της και επιτέλους, κατάλαβε. Έκλαψε με λυγμούς καθώς πλέον ένιωθε πιο μόνη από ποτέ. Είχε κάνει λάθος. Δεν την είχε εκείνη. Δεν είχε τον εαυτό της στο πλευρό της. Με μια και μόνο κίνηση τον είχε βγάλει σαν ρούχο από πάνω της. Ένα κομμάτι του μόνο είχε μείνει. Αυτό, που είχε ξεχάσει ότι υπήρχε εδώ και χρόνια, είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια διέξοδο. Κρυμμένη τόσο καιρό πάλευε να βγει προς τα έξω. Ποτέ δεν τα παράτησε. Και τώρα η παλιά Ματίλντα ήρθε αντιμέτωπη με την νέα.     Μια νέα Ματίλντα που έκλαιγε και χτυπούσε το τζάμι του καθρέπτη με μανία προσπαθώντας να πληγώσει το είδωλό της. Ήταν όμως αργά...                                                                                                                                              Είχε ήδη χάσει.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2011

melting

Η νύχτα έπεσε ξανά
και καθισμένη στο πάτωμα 
κοιτώ το κερί που κρατώ στο παγωμένο μου χέρι
να τρεμοσβήνει.
Το φως γλιστράει μέσα από τα δάχτυλά μου
και γίνεται θαμπό πίσω από τα δακρυσμένα μου μάτια
που το παρακολουθούν να σβήνει 
μέρα με τη μέρα,
ώρα με την ώρα.
Nα λιώνει.
Kαι να με αφήνει απροστάτευτη
στο κρύο και το σκοτάδι.
Λυγμοί ανεβαίνουν στο λαιμό μου
καθώς σχεδόν μπορώ να γευτώ το τέλος.
Φως, μην φεύγεις,
σε χρειάζομαι.
Γιατί μαζί σου σβήνει σιγά σιγά και ο ήλιος,
γιατί μαζί σου σβήνω σιγά σιγά κι εγώ.
Γιατί μόνο η θύμησή σου δεν αρκεί για να ζεστάνει το χειμώνα που με περιμένει...



κι όμως,
δεν μπορεί
κάτι θα έχει μείνει
και ίσως είναι 
το μυαλό μου αδύναμο
από την απουσία
και σε αδικεί.

Ίσως...

Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2011

the wonderful

εσύ πάντοτε εκεί
έμπαινες μέσα στο σώμα ή την ψυχή μου
σήκωνες μαζί μου τη χαρά και τη λύπη

τώρα λείπεις
τι κι αν θέλω να έρθω να σε βρω;
με κρατάνε πίσω

δεν πειράζει, σ αγαπώ κι από μακριά






κι όταν έρθεις ξανά θα σου εξηγήσω πώς νιώθω προδομένη

run

με κρατούσες σφιχτά κοντά σου
και δεν μπορούσα να ανασάνω.
στα μαλλιά μού είχες φορέσει αλυσίδες
και στο στόμα ένα φθαρμένο πανί που αλλοίωνε τη φωνή μου. 
είχες τα μάτια γουρλωμένα 
προσπαθώντας να διακρίνεις κάτι μέσα από τον καπνό των τσιγάρων σου.
μοίραζες απλόχερα ενοχές και απαντήσεις,
δεν ήσουν έτοιμη να με αφήσεις να φύγω.
καθησύχαζες τον εαυτό σου που και που,
έλεγες ήμουν ευάλωτη για τον κόσμο έξω από τη φυλακή μου.

μια μέρα δεν άντεξα την σιωπή της κραυγής σου,
άρπαξα ένα ψαλίδι και έκοψα τα μαλλιά μου
-μακριά, μπερδεμένα και βρόμικα από την πολυκαιρία-
και άρχισα να τρέχω στους δρόμους.

έτρεχα για ώρες ώσπου το κατάλαβα
πως ήμουν μόνη
και δεν ήξερα πού να πάω,
δεν ήξερα ποια ήμουν.
μα πίσω δεν θα γυρνούσα

είχα περάσει αρκετό καιρό βλέποντας μέσα από τα μάτια σου
και έπρεπε να βρω τρόπο να κοιτάξω ξανά μέσα από τα δικά μου...

σε ένα όνειρο διαφορετικό


ποτέ μου δε σε γνώρισα 

Παρά μόνο σε συνάντησα μια φορά τυχαία
σε ένα όνειρο παλιό,
μια νύχτα που και το φεγγάρι έμοιαζε σβηστό
μπροστά στη λάμψη σου.


Κρατούσα γερά στη χούφτα του ενός χεριού μου ένα δίχτυ 
και είχα βγει για κυνήγι.
Αναζητούσα ομορφιά, μα ήταν πολύς ο καιρός από τότε που είχα πιάσει λίγη.
Δεν θυμόμουν την όψη της,
ακόμη κι αν την έβλεπα δεν μπορούσα να ξέρω αν θα την αναγνώριζα.



Όταν πρωτάκουσα τη φωνή σου, βραχνή και χαμηλή,
μουρμούριζες 'βοήθεια'.
Ήσουν θαμμένος σε ένα σωρό, ξεχασμένος από τον κόσμο.
Σε κοίταξα και απόρησα.
Πώς είναι δυνατόν κανείς να σε ξεχάσει;

Τα βήματά μου σε ξάφνιασαν μα δεν φοβήθηκες,
είχες συνηθίσει φαίνεται τους περαστικούς.
Καθώς γύρισες να με κοιτάξεις, κάτι στο πρόσωπό μου σε έκανε να χαμογελάσεις.
Αμέσως τα δάχτυλά μου έτριξαν.
Είχα επιτέλους βρει τη λεία μου, εκεί, στο χαμόγελό σου.
Τόσο ανόητη.
Φυσικά και θα μπορούσα να αναγνωρίσω την ομορφιά.
Όσες στιγμές κι αν είχαν περάσει.

Αμέσως μόλις ελευθερώθηκα από τα μάτια σου
παρατήρησα το σωρό που σε περιτριγύριζε.

Ήσουν ανάμεσα σε λουλούδια, ουράνια τόξα, χρυσόσκονη, ηλιοβασιλέματα.
Κι όμως, το χαμόγελό σου ήταν πιο όμορφο από όλα.
Και κατάλαβα. Δεν είχες ξεχαστεί.
Ήσουν φυλαγμένος μαζί με κάθε είδους ομορφιά, 
όντας πολύ μεγάλης αξίας για να μείνεις στον πραγματικό κόσμο.
Φυσικά.
Ποιος θα ήθελε να διακινδυνέψει αυτό το πρόσωπο να συννεφιάσει;

Εσύ όμως είχες ζητήσει βοήθεια.
Ήθελες να φύγεις, να πετάξεις μακριά από την φυλακή σου.
Βιαζόσουν να γυρίσεις πίσω.

Για ένα λόγο που ποτέ δεν κατάλαβα
εσύ προτίμησες εμένα.
Εμένα ανάμεσα στα αστέρια, ανάμεσα στις θάλασσες.
Πλησίασες και άρχισε η μουσική.
Όταν έφτασες αρκετά κοντά με άγγιξες, φύσηξες το άρωμά σου στο πρόσωπό μου
και εξαφανίστηκες.



Τώρα λοιπόν, σε ένα όνειρο διαφορετικό,
χωρίς ήλιους και λουλούδια
εγώ σε ψάχνω.
Δεν είναι μέρος εδώ για εσένα, σίγουρα.
Δεν θα άνηκες ποτέ εδώ.
Αν όμως ποτέ σου περνούσες τυχαία, όλα θα έμοιαζαν μαγικά.


Βρίσκομαι σε ένα σκοτεινό όνειρο και σου ζητώ μανιασμένα να γυρίσεις,
να διώξεις μακριά τη μοναξιά μου,
να τρομάξεις τους φόβους μου.
Θέλω να έρθεις και να μου κρατήσεις το κεφάλι ψηλά
ενώ θα πετάω βίαια από μέσα μου όλη τη βρομιά.

Και τελικά, να αγκαλιάσεις τον καθαρό μου εαυτό.
Να είμαστε ένα,
έτσι που να μοιάζει σαν να με αγκαλιάζω κι εγώ.

Θα ήθελα πολύ να σε δω,
να βρω στα μάτια σου ένα λόγο να προσπαθήσω,
να μου γεμίσεις τα κενά με τη σιωπή σου.



Και θα μετράω τα δευτερόλεπτα
σε ένα ρολόι που μένει ακίνητο
σε ένα όνειρο διαφορετικό
μέχρι να έρθεις 
και οι δείκτες να ζωντανέψουν και πάλι.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 10, 2011

αυτά που ποτέ δεν σου είπα






Τον κοίταξα στα μάτια. 
Τα δικά του άστραφταν καθώς ξεστόμισε " Ήρθε η ώρα..."
Περίμενα να συνεχίσει παρατηρώντας τον να κοιτάζει δειλά το πάτωμα και μετά τα χέρια μου, κουλουριασμένα μεταξύ τους πάνω στην κοιλιά μου.
Ανεπαίσθητα, δάγκωσα τα χείλη μου.
Σήκωσε τα μάτια, γεμάτα με αποφασιστικότητα τώρα, και πλησίασε.
Πέρασε το χέρι του πίσω από το λαιμό μου απαλά και, σκύβοντας δίπλα στο κεφάλι μου, ψιθύρισε στο αυτί μου.
"..να σου τα πω..."
Η ανάσα μου ήταν τόσο γρήγορη που το μόνο που κατάφερα να προφέρω ήταν ένα αδύναμο "τι..."
"Αυτά που ποτέ δεν σου είπα", απάντησε.
Με κοίταξε γεμάτος ένταση και χάιδεψε τα χείλη μου, προχωρώντας τα δάχτυλά του στο μάγουλό μου.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε : 
" Ήθελα όλα τα κομμάτια των σκέψεών μου να τα μοιράζομαι μαζί σου.
Αλλά... να, η αλήθεια είναι πως φοβόμουν.
Φοβόμουν την αντίδρασή σου - δεν ήθελα να τρέξεις μακριά μου.
Όμως ήρθε η ώρα να σου τα πω.
Όλα.
Αυτά που ποτέ δεν σου είπα,
αυτά που δείλιασα να αποκαλύψω στον ίδιο μου τον εαυτό.
Τα όνειρα που μπορεί να φαντάζουν γελοία,
τα δάκρυα που κυλούν πάνω στη μάσκα μου,
το τίποτα που με αντικρίζει στον καθρέπτη,
την αηδία,
τον φόβο
πως είμαι κενός,
πως είμαι ψεύτικος.
Τον φόβο
για ένα δεύτερο άνθρωπο μέσα στο σώμα μου,
ένα κρυμμένο εαυτό..." 
Η φωνή του, όσο συνέχιζε να μιλά γινόταν όλο και πιο χαμηλή.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. 
Δεν ήξερα αν έπρεπε ή αν ήθελε καν να απαντήσω.
Έτσι, τύλιξα τα χέρια μου γύρω του και τον τράβηξα πιο κοντά.
Φίλησε το πάνω μέρος του κεφαλιού μου και έμεινε εκεί, ακουμπισμένος πάνω μου.
Πόση ώρα μείναμε εκεί δεν το ξέρω.
Ξαφνικά, μέσα στη σιωπή ξεκίνησε να μιλά ξανά.
"Ξέρεις... όλα έγιναν καλύτερα απ' όταν ήρθες εσύ.
Έστω κι ως μία ψευδαίσθηση...
Τα όνειρά μου.. ζωντάνεψαν.
Οι φόβοι μου άρχισαν να χάνουν έδαφος.
Είναι λες και η αγάπη σου τους εξολοθρεύει
έναν προς έναν."
Ανέπνευσε και κατάπιε με θόρυβο.
"Ε..." Η φωνή του έσπασε..
"Με...
Με αγα..πάς..
έτσι δεν είναι;"
Η ερώτησή του με βρήκε απροετοίμαστη.
Πώς είναι δυνατόν να μην το ήξερε;
Φυσικά και τον αγαπούσα.
Πάντα τον αγαπούσα.
Από τη στιγμή που με είχε πρωτοδημιουργήσει στο μυαλό του.
Τον αγαπούσα τόσο που μερικές φορές δεν μπορούσα να το αντέξω.
Τόσο που έφτανε για να με κάνει να μείνω ξάγρυπνη από τους λυγμούς το βράδυ
ή να κοιμηθώ πιο γλυκά από ποτέ, νιώθοντας ευτυχισμένη.
Πώς είναι δυνατόν να μην το ήξερε;
"..Φυσικά!"
Το χέρι μου έψαξε το πρόσωπό του ώσπου να νιώσω το χαμόγελό του.
"Αφού λοιπόν με αγαπάς εσύ, μπορεί κι εγώ κάποια μέρα να με αγαπήσω"

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2011

-

κανένας άλλος ήχος
τόσο αποκρουστικός
που να με κάνει να τρέχω 
προς την αντίθετη κατεύθυνση
δειλή, μακρυά από εσένα 
Εσένα και τον ήχο που βγαίνει από το στόμα σου
καθώς τα μάτια σου γυαλίζουν


σε χρειάζεται
σ' αγαπά, έτσι λέει
και πιστεύει πως κι εσύ το κάνεις
Δεν καταλαβαίνω..
αυτός είναι ο τρόπος σου να αγαπάς;

μαγιονέζα



"Μη φεύγεις...σε παρακαλώ..." Η φωνή μου είναι μόνο ένας ψίθυρος, μια ανάσα.
Η καρδιά μου πάλι χτυπά ακανόνιστα, τα χέρια μου είναι ξανά τυλιγμένα γύρω από το σώμα μου προφυλάσσοντάς το από το να σπάσει.
Και εσύ πουθενά.
Αναρωτιέμαι..άλλαξες; Ή απλά με ξέχασες;
Δεν ήθελα να πιστέψω τους φόβους μου και τώρα που βγήκαν αληθινοί με κοιτούν περιφρονητικά, όλο υπεροψία.
Τους μισώ. Αν και πίστεψα πως ποτέ δεν θα μισήσω τίποτα και κανέναν.


Τρέχω.
Μα είναι σκοτάδι και φοβάμαι πως θα πέσω στο κενό.
"Κάνε τις φωνές να σταματήσουν!"
Ούτε το κεφάλι δεν γυρνάς.
Περιμένεις εμένα, να έρθω να σε πιάσω από το χέρι, να σε κοιτάξω στα μάτια και να δεις στα δικά μου τα δάκρυα.
Και τότε μόνο μου υπόσχεσαι να με ακούσεις.
Μα δεν το κάνεις..


Είχες πει θα ήσουν εδώ. Γιατί είπες ψέματα;
Πίστευες πως θα ήταν αλήθεια; Λοιπόν, έκανες λάθος. Γιατί δεν είσαι και με αφήνεις μόνη μου.
Μόνη να θυμάμαι τις μέρες που ευχόμουν να έρθει αυτό που τώρα έχει περάσει, σε ένα μέρος που δεν υπάρχει κανείς να αγκαλιάσει το σώμα μου που τρέμει..








Ίσως πάλι, απλά να μου λείπεις...