Δευτέρα, Απριλίου 30, 2012

είσαι εδώ;



Είναι άγρια η νύχτα και με φόβους με χτυπά,
μεγάλο το κενό και μέσα με τραβά
κι εκείνες οι σκέψεις, μαύρες και ανόητες είναι,
σαν τα μάτια μου απόψε,
που μαύρο κάνουν ό,τι μπροστά τους βρίσκεται να δουν.


Δεν είναι πως διαλύεται η λογική,
μα την ισορροπία της για λίγο χάνει και πέφτει.
Η φωνή της πιο σιγανή κι απ' τη δική μου γίνεται
και μπροστά σε εκείνο που πονά,
η δύναμή της λιώνει.


Εικόνες ψεύτικες με μανία με πετούν πάνω στον εαυτό μου
και επιστροφή δεν βλέπω να υπάρχει.
Η πληγή σαν ανοίξει και πάλι, 
κάθε σκέψη μου γλυκιά -έστω για λίγο- θα την σβήσει,
για να κρυφτεί μέσα ξανά
και την θολή πραγματικότητά μου να ξυπνήσει.


Ξημερώνει κι η νύχτα κομμάτια γίνεται,
τα δάκρυα καθαρίζουν το κεφάλι από τις λέξεις τις πικρές
και καμιά μεριά δεν βγαίνει κερδισμένη.
Η μάχη αυτή πάντα στη μέση θα μένει...



Τρίτη, Απριλίου 24, 2012

'Κι αν το μυαλό σου δεν συμφωνεί, με της καρδιάς να μιλάς τη φωνή..'


Φώτα περίεργα, ανάσες γρήγορες και μάτια υγρά.
Μέρες ξέγνοιαστες, νύχτες όμορφες με αστέρια που λάμπουν.
Κοιτάγματα, πειράγματα, κλάμα και φωνές,
γέλιο, τραγούδι, χειροκροτήματα, αγάπη.

Αγάπη για τους άλλους, αγάπη για αυτό που κάνεις,
για το μέρος που βρίσκεσαι, ό,τι σου χαρίζεται κι ό,τι κερδίζεις.
Αγάπη για εκείνους που, αν και με τα μάτια μόνο σου δίνουν ευτυχία,
πολεμούν για το δικό σου χαμόγελο και γέλιο.
Θαυμασμός, ενθουσιασμός κι εκείνο το συναίσθημα
που γεμίζει όλο σου το σώμα και φτάνει ως την ψυχή.

Αγκαλιές και χάδια φιλικά, αστεία, λόγια τρυφερά
και συναισθήματα γλυκά, σε μια πόλη νέα, σαν τις εμπειρίες μας.
Άνθρωποι διαφορετικοί, αδέρφια που τους ενώνουν στιγμές κι αναμνήσεις.
Χορός, πανηγύρι, κιθάρες, γιορτή,
σε ένα μέρος άγνωστο, μια παρέα τριγυρνά και φωνάζει περήφανη.

Ανταλλάσσουν φλεγόμενα βλέμματα και λιώνουν τον πάγο,
ενώ τα χαμόγελα που χαρίζουν ο ένας στον άλλο σκορπίζουν το σκοτάδι.
Τα πρόσωπά τους, με μια έκφραση τόσο παιδική όσο ενήλικη,
μαρτυρούν μια σοφία τόσο απλή
που μερικές φορές είναι αδύνατο για τους γύρω να κατανοήσουν.
Σε ένα κόσμο που φλέγεται,
έχουν δημιουργήσει την δική τους οικογένεια.
Μια οικογένεια με δεσμό ψυχής κι όχι αίματος.

Είμαστε εμείς.

Κι εσύ;
Εκεί είσαι κι εσύ, πάντα εκεί,
πίσω από τη μουσική, μέσα στα βήματά μου,
πίσω από τις μάσκες μας, στις καληνύχτες μας 
και πάντοτε μαζί μου είσαι εσύ.
Μόνο να, μερικές φορές είναι δύσκολο να σε βλέπω
μοναχά μεσ' το κεφάλι και, δίχως πολύ σκέψη, τα μάτια μου τρέχουν-
ψάχνουν να σε βρουν σε ξένα πρόσωπα και τα χέρια μου στα γράμματα κολλούν.

Και κάπου εκεί, είστε εσείς.


'Να η ζωή που δεν την νιώθει όποιος δεν έζησε μαζί μας, όποιος δεν είδε τη ζωή μας....'

Παρασκευή, Απριλίου 13, 2012


Πολύ μικρός για έναν κόσμο μεγάλο,
πολύ αφελής για έναν κόσμο τρελό.
Δεν φτιάχτηκες για αυτόν εδώ τον κόσμο.
Είσαι μικρός ακόμη, απλά ένα παιδί.

μεταβατική περίοδος


είναι το κρύο που απλώνεται και μέσα μου,
είναι εκείνοι οι στόχοι που πλέον είναι αδύνατοι,
η έλλειψη η δική σου και η ζήλια που 'σαι μακρυά,
οι αναμνήσεις οι παλιές που αιμορραγούν,
τα βλέμματα τα σπινθηροβόλα και οι άγριες λέξεις οι κενές

είναι που είμαι ακόμη αλλού,
που ξέρω τι χάνω,
που φοβάμαι πως δεν σου αξίζει,
που νιώθω κάθε συναίσθημα μετά από κείνες τις έντονες νύχτες
να ξεθωριάζει μέσα μου και να μ'αφήνει κενή

είναι που κανείς δεν κοιτά αρκετά βαθιά,
που οι φωτογραφίες μου μοιάζουν ξένες
και η αδιάφορη συμπεριφορά τόσο γνώριμη

που όλο το χρόνο έχω και χρόνο δεν βρίσκω,
που τώρα πρέπει ν' ανησυχώ πως είσαι μόνη,
που νιώθω αδύναμη χωρίς να έχω προσπαθήσει

είναι εκείνο το συναίσθημα αγωνίας στο στομάχι,
ενώ στ' αλήθεια τίποτα δεν υπάρχει να περιμένω,
είναι οι τύψεις που αγνοώ,
είναι όλα που θα 'θελα σε σένα να πω μα δεν τολμώ
και την δική σου διάθεση για αυτό αμφισβητώ

είναι που όλοι τους γύρω ανεβαίνουν
κι εγώ πίσω μένω,
που δεν ξέρω πια πώς να απαντώ,
που έχω σίγουρη την ήττα
και οι παλιές μου αρετές χάνονται στο χρόνο

είναι που κι εκείνο το είδωλο δεν μ'απαντά,
που το χρόνο θέλω να σταματήσω και να κρυφτώ,
μα κανένα μέρος δεν έχει μείνει να με κρατήσει

είναι που αν κάποτε οι πιθανότητες να σου λείπω ήταν μικρές
τώρα είν' απλά μηδαμινές,
που εκείνοι που νόμιζα με ξέχασαν με είχαν ήδη διαγράψει από παλιά


είναι εκείνο που πιο πολύ πονά,
που την ανάσα μου αναστατώνει
και τα μάτια μου γδέρνει

είναι εκείνο που πάλι με θολώνει,
που τις αντοχές μου αποδυναμώνει
και που την φωνή μου κάνει κραυγή


Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

Ταξίδι


Τα μάτια της, πράσινες φωτιές μεσ' το μισοσκόταδο, έτρεχαν
με την ίδια ταχύτητα που τα πόδια της έτρεμαν πάνω στο φθαρμένο δέρμα.
Το φεγγάρι είχε κρυφτεί και πάλι πίσω από τα κοκκινωπά σύννεφα
και λιγοστές ασημένιες ακτίνες φώτιζαν το δρόμο μπροστά της.
Ο άνεμος χτυπούσε με μανία το νεανικό της πρόσωπο
και χλιμιντρίσματα βούιζαν στ' αυτιά της.
Πολύ καιρό ονειρευόταν εκείνη τη στιγμή,
που η πνοή της θα άφηνε σχήματα  στην σκορπισμένη ομίχλη,
η ψυχή και το σώμα της θα δραπέτευαν μακρυά απ' όλες εκείνες τις κενές και μοναχικές σκέψεις
και ποτέ ξανά δεν θα 'κουγε φωνές, παρά μόνο εκείνες του αλόγου
ανάμεσα στις κάτασπρες και λιγάκι ασθενικές γάμπες της,
στολισμένες με ένα μακρύ φόρεμα -σαν κι εκείνα που 'χε δει μια φορά κρυφά σε μια βιτρίνα-
να ανεμίζει σαν νεογέννητο πουλί που μαθαίνει να πετά.
Το άλογο σφύριζε, τα πόδια του χτυπούσαν στο νωπό χώμα
καθώς διέσχιζε τον ορίζοντα ανάμεσα στα δύο απέραντα γαλάζια ουρανού και θάλασσας.
Το βλέμμα της γυάλιζε όσο συνέχιζε να φευγεί
και το μυαλό της είχαν κατακλύσει καινούρια όνειρα,
για μια καινούρια ζωή.
Ένιωθε την ανάσα της να συγχρονίζεται με του ζώου,
αισθανόταν και τη δική του ανάγκη να ξεφύγει από την τρέλα,
να ελευθερωθεί απ' τα αόρατα κάγκελα της φυλακής του.
Μα ο δρόμος ήταν δύσκολος, μακρύς και τραχύς,
με πολλές στροφές που οδηγούσαν στο πουθενά
και οι δυό τους άρχισαν να ζαλίζονται.
Σιγά-σιγά το ταρακούνημα έγινε πιο δυνατό,
τα σφυρίγματα κάλυψαν κάθε ήχο και, μεσ' την ταραχή,
ο φόβος τελικά τους έφτασε.
Άφησε πίσω τη μάσκα σκιάς που τόσες ώρες τους κυνηγούσε
και ξεχύθηκε μεσ' τις καρδιές τους ξανά.
Το άλογο σταμάτησε απότομα και το κορίτσι βρέθηκε να πέφτει με φόρα
στο, ολοσκότεινο πλέον, τοπίο.
Το κεφάλι της χτύπησε με δύναμη στον τοίχο,
τα μάτια της άνοιξαν και, γεμάτα δάκρυα απελπισίας,
αντίκρισαν τα συντρίμμια του μικρού της καρουζέλ
ανάμεσα στα κάρβουνα, στην κρυψώνα του ασφυκτικού βαγονιού της.