Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2012

delusion

Έβαλε τα δυνατά της να κρατήσει το πρόσωπό της ψύχραιμο,
κράτησε τα μάτια της στο πάτωμα -το πιο σημαντικό κομμάτι-
και με μια αθόρυβη ανάσα έκανε το πρώτο βήμα.
Δεν έπρεπε να δειλιάσει τώρα, θα ξεσκεπαζόταν,
ακόμη κι αν ήξερε πως ήδη είχε φανερωθεί.
Μα τι ήταν αυτό που ήθελε να κρύψει;
Τίποτα, ελάχιστο, ασήμαντο. Κι όμως, μυστικό.
Ήταν σίγουρη πως η έκφρασή της δεν είχε αλλάξει καθόλου,
αλλά κάτι ήταν λάθος.
Μόλις πέρασε επιτέλους αφέθηκε ελεύθερη να κοκκινίσει από την ένταση
και εισέπνευσε δυνατά για να ηρεμήσει την καρδιά της.
" Τι;" 
Φόρεσε το απορημένο της ύφος και κοίταξε τη διπλανή της.
"Τι ήταν;", επέμεινε εκείνη.
Τίποτα έξυπνο δεν βρέθηκε πρόχειρο στα χείλη της,
οπότε γέλασε νευρικά, πάντα με τα φρύδια της ενωμένα στο ιδρωμένο μέτωπό της.
"Ένα φάντασμα." ψιθύρισε στον εαυτό της. 
Μα ήταν μεγάλη πια για να πιστεύει σε φαντάσματα και σε παραμύθια. 
Και της το είχαν πει τόσες φορές..

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2012

Είναι τόσα, που τελικά καταλήγουν τίποτα



-Πες μου, πώς αισθάνεσαι;
-Γιατί να σου πω;
-Για να το βγάλεις από μέσα σου.
-Γιατί να βγει κάτι τέτοιο από μέσα μου; 
Είναι καλύτερα εκεί, δεν θέλω να βγει.
-Δεν μπορώ να σε βοηθήσω
 αν δεν μου πεις.
-Ούτε τη βοήθειά σου τη θέλω.
-Τι θέλεις;
-Και πώς δηλαδή να σου πω;
-Τι εννοείς;
-Ποιες λέξεις θα το χωρέσουν; 
-Προσπάθησε. Τι είναι;
-Δεν είναι


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2012

what now?

πώς τα γρυλίσματα γίνονται γέλια
και πώς έπειτα από αυτό συνεχίζουν οι χτύποι στους τοίχους
να συγχρονίζονται με αυτούς της καρδιάς μου

πώς τρέμω ολόκληρη μα μένει το μυαλό μου παγωμένο,
πώς ξεραίνεται η πνοή μου και συνεχίζω να ονειρεύομαι,
πώς όλα με σημαδεύουν κι εγώ τους γυρνάω την πλάτη

πώς ξέρω ότι φταίω και δεν σπάω,
πώς με κοιτάζεις ακόμη στα μάτια
και πώς τον αφήνεις να εκπνέει φλόγες
πάνω στο ήδη καμένο πρόσωπό σου

πώς και γιατί είσαι ακόμη εδώ δεν το ξέρω..


τύψεις, φόβος, σιωπή

Δευτέρα, Ιανουαρίου 30, 2012

when will my reflection show

τα χέρια της έτρεμαν
και μαζί με αυτά και ένα κομμάτι γυαλί
που κρατούσε μέσα σε αυτά γερά,
σχεδόν με θυμό, σχεδόν με μίσος

ένα γυαλί ψυχρό, παγωμένο και αιχμηρό
που μέσα του τα δάκρυά της φαίνονταν ψεύτικα
οι σκέψεις της θολές και τα όνειρά της χαζά

με μανία το κοιτούσε και προσπαθούσε να καταλάβει,
να δει αυτό που εκείνοι έβλεπαν μέσα του-
μέσα της

πόσο δύσκολο ήταν, και πόσο μάταιο
εκείνο που έμοιαζε με εκείνη ήταν μόνο ένα είδωλο-
ο αντικατοπτρισμός στη γυαλάδα των ματιών τους,
συχνά παραμορφωμένος από τα ραγίσματα

που και που ένωνε τα κομμάτια που έλειπαν
με κάτι λέξεις σιγανές, ντροπαλές
που τραγουδούσαν στα αυτιά της καθώς χάνονταν τα λόγια
και που εκείνοι άλλοτε  θα παραδέχονταν κι άλλοτε όχι

τους παρακολουθούσε να πιστεύουν στο είδωλο,
να το αγαπούν, να το μισούν ή να μην γυρίζουν καν να το κοιτάξουν
μα σε κάθε ιδέα που ρίζωνε μέσα τους,
έβλεπε τη διαφορά

εκείνη- εκείνη ήταν η διαφορά,
μια διαφορά από μόνη της,
αφελής και χαμένη από μικρή,
αλλόκοτη και αλλιώτικη από εκείνους

όλοι είναι, έτσι της έλεγαν
και το έβλεπε, το ένιωθε
ζούσε την ιδιαιτερότητα του καθένα γύρω της
και δεν τους αμφισβητούσε, ήταν ιδιαίτερη

είχε ένα ιδιαίτερο τρόπο να σκέφτεται,
έναν ιδιαίτερο τρόπο να κρύβεται,
να τυφλώνεται από την επιφάνεια,
να κρατάει αποστάσεις από όλους,
να κοκκινίζει μπροστά σε κόσμο,
να γυρίζει το κεφάλι στις αναποδιές,
να πιστεύει για τον κόσμο γύρω της.
έναν κόσμο ανύπαρκτο

ήταν δύσκολο να συμβαδίσει με τους άλλους,
έχανε το βήμα της, παραπατούσε
και όταν προσπαθούσε να πιαστεί από τους ώμους τους
τους έσερνε κι αυτούς πίσω 

κι όμως, το είδωλο δεν ήταν ψεύτικο
ήταν ένα κομμάτι της, ένα μεγάλο κομμάτι της
που έμοιαζε τόσο με εκείνη

                                             ή ίσως και όχι