Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2012

I guess..

Χόρευε ακατάπαυστα μεσ' τη βροχή
και τα γυμνά πόδια της έκαιγαν πάνω στο δάπεδο,
μα αυτό ήταν ό,τι μπορούσε να κάνει,
δεν μπορούσε να σταματήσει.
Στριφογύριζε εδώ κι εκεί, 
ρίχνοντας μόνο που και που μικρές ματιές στους θεατές της,
όσο η μουσική γινόταν όλο και πιο δυνατή
και όσο εκείνη όλο και περισσότερα βήματα έχανε.
Στο κέντρο της προσοχής,
κάτω από τους προλύχρωμους προβολείς,
μπροστά σε ένα κοινό που παρακολουθούσε την κάθε της κίνηση,
ήταν μόνη.
Έσκυβε για καμιά ανάσα μυστικά,
όταν έπεφτε το βράδυ κι όλοι κοιμούνταν
και τα κρυφά της δάκρυά μπερδεύονταν με τον ιδρώτα της.
Ήταν μόνη, 
και η μουσική άλλαζε,
και το σκηνικό μεταβαλλόταν,
κι εκείνη ζαλιζόταν.
Τα χρώματα πετούσαν μπροστά της
κι εκείνη προσποιούταν πως ήταν πεφταστέρια
και μέσα της έκανε ευχές,
να σταματήσει για λίγο ο χορός,
να κατέβει από αυτή την μουχλιασμένη σκηνή.
Τα φώτα ενώνονταν,
οι φωνές βούιζαν,
η μουσική μούγκριζε,
η ψυχή της έτρεμε,
εκείνη, έπεσε.

'Υποθέτω αυτό ζήτησα' σκέφτηκε με το πρόσωπό της να χαϊδεύει το πάτωμα,
τα μάτια της επιτέλους κλειστά και την καρδιά της για πρώτη φορά να κινείται πιο γρήγορα από εκείνη. 

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 22, 2012

overdosed



η κάθε σκέψη της καταρράκτης,
χαμένη στην άβυσσο των συνειρμών της
πέφτει με ορμή όλο εκείνο το βάρος 
που είχε αφεθεί και πάλι εμπρός της


μοιάζει παγωμένη στην επιφάνεια,
μα μια φωτιά μέσα της βράζει
και οι καπνοί της -γέλιο ή κλάμα-
καίνε όποιον τολμήσει να πλησιάσει


ο έλεγχος έχει αρχίσει να ραγίζει,
να σταματήσει προσπαθεί,
πριν να ΄ναι πια πολύ αργά,
πριν η φωτιά εξαπλωθεί-
να σταματήσει προσπαθεί

Κυριακή, Φεβρουαρίου 12, 2012

the simplest things


Καθετί μικρό έκλεινε τις πληγές της
και καθετί μικρό γέμιζε τις τρύπες μέσα της.

Ο τρόπος που το βλέμμα του άλλαζε  
κι ο τρόπος που πίστευε σε εκείνη.

Τα βήματά του προς το μέρος της μόλις έφτανε κοντά,
η ζεστή αγκαλιά που της ανταπέδιδε,
οι κινήσεις των χεριών και του προσώπου που έδειχναν τη χαρά του.

Εκείνο το χαμόγελο που φορούσε 
κάθε που οι σκέψεις τους συναντιόνταν κρυφά
κι εκείνες οι λέξεις που μόνο εκείνος είχε προφέρει πρώτος.

Το πώς εκείνη ήξερε να ξεχωρίζει τις στιγμές
και να συμβαδίζει μαζί του όποτε χρειαζόταν.
Το πώς κι εκείνος την έκανε να νιώθει σημαντική.

Τα λόγια που σχεδόν ψιθύριζε πίσω από το γέλιο
και όλα εκείνα που μπορούσε να δει μέσα του
και κανένας άλλος δεν φαινόταν να μπορεί


Καθετί μικρό ήταν κομμάτι 
που τρόμαζε μακρυά τους εφιάλτες

night walk


Τριγύριζε μόνη της τη νύχτα μουρμουρίζοντας στον εαυτό της.
Που και που τα χέρια της τεντώνονταν, κι έκαναν να αρπάξουν τον άνεμο με προσδοκία,
μα εκείνος έτρεχε ανάμεσα απ' τα δάχτυλά της κι έτσι εκείνη, 
με κάθε της προσπάθεια να την κάνει να νιώθει μισή,
συνέχιζε τον μοναχικό της δρόμο.
Δεν την έψαχνε κανείς, οι σκέψεις της, μόνες κι εκείνες,
της κρατούσαν συντροφιά και που και που της τραγουδούσαν λόγια ενθαρρυντικά.

Μεσ' το σκοτάδι συναντούσε κάθε τόσο την ζωή της,
και την έβλεπε μέρα με τη μέρα να αδειάζει,
ενώ παρατηρούσε όλα όσα έχανε και όλα όσα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς πάνω της.
Τα ρούχα της ήταν παλιά και τρύπια, μα αρνιόταν να τα βγάλει
καθώς κάποτε ήταν τα αγαπημένα της.
Τα μάτια της γυάλιζαν και το πρόσωπό της, αν και ήταν καθαρά ένα πρόσωπο μικρού παιδιού, μαρτυρούσε μια σοφία που εκείνη ποτέ της δεν κατάφερε να αποκωδικοποιήσει.

Γυρίζοντας πίσω, παρατηρούσε με λαχτάρα τις περαστικές φιγούρες όπως απομακρύνονταν και διάβαζε σκεπτική την απορία στις εκφράσεις τους.
Μερικές φορές, αν κάποιος πλησίαζε πολύ κοντά, κρυβόταν μες τις χούφτες της,
ενώ άλλες ένιωθε τα πόδια της να μην την κρατάνε όσο κάποιος άλλος έφευγε μακρυά.

Όσο συνέχιζε το ταξίδι της, τα βήματά της γίνονταν πιο βαριά,
ακόμη κι αν άφηνε κομμάτια του εαυτού της στο δρόμο.