Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 27, 2013

Υπερβολές μωρό μου


Ξέρω καλά να καταπίνω-
συναισθήματα, σκέψεις, επιθυμίες, εφιάλτες.
Τα καράβια μου ξέρω να τα βουλιάζω
και τα ναυάγιά μου, ξέρω, και τα κρατώ κρυφά.

Μωρό μου, δεν ξέρω αν στ' αλήθεια υπάρχεις.
Ευτυχώς, τις παραισθήσεις μου τις κρατώ για τον εαυτό μου.
Ευτυχώς, γιατί είναι από εκείνες που εύκολα τις περνάς για όνειρα.
Ευτυχώς, αφού ψεύτικος μοιάζεις.

Την ξέχασα την ουτοπία μου βλέπεις,
κατάφερα και με το χρόνο την έκρυψα καλά,
έτσι που οι νέες μου φιλοδοξίες, αν και απαγορευμένες, είναι βατές
και δεν ξέρω πως να τις αγγίζω ενώ βγαίνουν επιτέλους προς τα έξω.


Αυταπατάσαι εσύ στον ελεύθερό σου χρόνο;


Δέκα μέτρα κάτω από τη γη θάφτηκες κι εσύ,
μ'ακόμη βράζεις, σπρώχνεις και φωνάζεις.
Κάνω δεν σ'ακούω.
Λέω δεν υπάρχεις, κι αν το λέω, έτσι θα 'ναι.
Λέω αυταπάτη είσαι, ίσα ίσα μ'ακουμπάς.
Κι η ψευδαίσθησή σου, ριζωμένη πάνω σε προσδοκίες τυφλές,
πιο αληθινή μοιάζει και πιο γλυκιά απ' τα πραγματικά.
Μα δεν υπάρχεις, δεν το είπα;
Έπεσες, πνίγηκες- εγώ σε έπνιξα.
Συνέχεια πνίγω. Ξέρω να πνίγω, να σκοτώνω.
Δολοφόνος είμαι κάθε παρεξηγημένου πάθους,
θα 'λεγες θα με 'θελα κενό.

Φεύγεις τώρα, μόνο η μυρωδιά σου μένει,
με επισκέπτεται που και που απρόσμενα,
τσουγκρίζεις εσύ με τις αναμνήσεις μου
και σε αφήνω πια ελεύθερο,
ώστε ήρεμος πλέον να έρχεσαι λίγο πιο κοντά.

Έρχεσαι μονάχα χωρίς πρόσκληση,
κυρίως όταν λείπεις.
Έρχεσαι όταν μισώ τον εαυτό μου,
όταν ξέρω πως αξίζει να τον φοβούνται όσοι τον αγαπούν.
Όταν δεν χωράς, πάντα τότε έρχεσαι.
Έτσι είναι.

Υπερβολές, μωρό μου δεν υπάρχεις.
Είναι ψεύτρα η καρδιά μου και προτρέχει.
Δεν την χωρά ο τόπος, παραληρεί.
Δεν πειράζει αγάπη μου, θα μου περάσει.
Αφού το ξέρω, υπομονή, θα μου περάσεις.

Και εγώ ακόμη, δεν υπάρχω
και βουλιάζω στην ιδέα.

Δεν υπάρχω καν.

Και τούτο μόνο του χωρά όλες τις αϋπνίες του μισοτελειωμένου μου καλοκαιριού.
Δεν υπάρχω, δεν υπήρξα, όχι ιδιαίτερα.
Ίσα ίσα μόνο.
Ίσα ίσα που υπήρξα, ίσα ίσα που αναπνέω.
Ίσα ίσα που είμαι γενικότερα.
Για εσένα, ίσα ίσα, κι αυτό με δυσκολία.

Και δεν είναι και πως πέθανα-
νεκρός δεν είναι εκείνος που δεν γεννήθηκε ποτέ.

Ένα τίποτα υπάρχει κι ένα καθόλου.
Κάνουν πολύ παρέα με τα θέλω μου
και αγαπάνε κάθε είδους τα ποτέ.
Τα νομίζω φταίνε, τρελάθηκαν από τις τελευταίες πανσελήνους
και μεταφράζουν τα ουρλιαχτά των λύκων σε ανθρώπινες μιλιές και νοήματα κρυμμένα.

Μα είναι μονάχα νοσταλγία μωρό μου.

Τρίτη, Αυγούστου 13, 2013

Μονόλογος (του παραλόγου), στα περίπου

" Όχι απλώς ευάλωτος. Εύθραυστος. Έχει διαφορά ξέρεις, δεν είναι απλώς πως βρίσκομαι συνεχώς έτσι, ευαίσθητος, τρωτός. Είναι πως, στ' αλήθεια τώρα, νομίζω πως μπορώ -και πρόκειται μάλιστα- να σπάσω. Δεν μου δημιουργείται πάντοτε αυτό εδώ το συναίσθημα, ίσως θα 'πρεπε να 'μαι και ευγνώμων που καταφέρνει και νικά ετούτη την πλέον μισητή απάθειά μου. Το κενό μου. Γιατί, ξέρεις, αν υπάρχει κάτι που συναγωνίζεται τον πόνο, εκείνο είναι το κενό. Έχει και το απόλυτο σκοτάδι τις πληγές του, έχει όμως και η χλωρίνη την ασχήμια της, όπως και να το κάνεις. 
 Ομορφιά λέει, υπάρχει στα πάντα, παντού, αρκεί μόνο να μπορέσεις και να ψάξεις να τη βρεις. Το πίστευα αυτό παλιά ξέρεις, αλήθεια, το υποστήριζα. Μα, ομορφιά δεν βρίσκεις σε κάτι που από μοναχό του δεν υπάρχει. Αυτό τουλάχιστον λέει η λογική μου. Αυτή η ξερή, μερικές φορές ψυχρή και ξένη μου λογική. Ξέρεις ποια λέω, έτσι δεν είναι; Την ξέρεις και μάλιστα πολύ καλά. Είναι αυτή η πλανεύτρα λογική, που ξέρει και πώς να ντύνεται και πώς να περπατά, ελκυστικά μεσ' τα γεωμετρικά της σχήματα με τις κοφτερές γωνιές τους, έτσι ώστε να μοιάζει όμορφη στα μάτια ξένων και γνωστών. Όμορφη είναι η λογική, μα σκέτη ασχημαίνει κάπως, ορίστε και κάτι που μάλλον δεν θα μάθεις. Είναι κι αυτή που και που λιγάκι άσχημη. 
 Άσχημη, άσχημη...Παράξενο, δεν είναι; Σα να μοιάζω ξαφνικά με άνθρωπο κυνικό, φαντάσου το αν μπορείς! Όσο με θυμάμαι, όσο με θυμάσαι κι εσύ, πάντοτε μονάχα την ομορφιά έβλεπα σε όλα τα άκούνητα και τα τρεχάτα. Ή έστω- σε αυτή πάντοτε θυμάμαι να εστιάζω την προσοχή μου. Αφού, να φανταστείς, οι φίλοι με κατηγορούν, λένε δεν βλέπω πραγματικά, παραβλέπω τα μισά. Δεν ξέρουν βέβαια. Δεν ξέρουν- βλέπω. Βλέπω; ...Μα, τέλος πάντων, σήμερα, όπως και να έχει, σήμερα μιλάω για την ασχήμια. Αυτή που εγώ, παραδόξως, αναγνωρίζω ενώ όλοι οι άλλοι θέλουν για ωραία. Σωστή για να ΄μαι ακριβής. 
Σωστή... λες και ξέρουν από σωστό και λάθος. Λες και δεν πιστεύουν για σωστό ό,τι τους πλασάρουν σε φύλλα εργασίας για φυσιολογικό. Λες και σωστό είναι να μασάς τις σκέψεις σου κι αντί να τις φτύνεις να τις καταπίνεις μέχρι το δηλητήριο να φτάσει ως το πέλμα. Λες και σωστό είναι να περπατάς πάνω στις γραμμές και να μετράς τα σκαλοπάτια των σπιτιών. Ποιος νοιάζεται για τους αριθμούς, όταν εκείνοι μένουν ανιαρώς στάσιμοι και σταθεροί, χωρίς να προκαλούν ούτε μιαν αλλαγή στον κόσμο γύρω; Κανείς, να ποιος. Κανείς δεν νοιάζεται, μα μοιάζει σωστό. 
 Σωστό... Κι εγώ, ο άνδρας με την πλαστική μου λογική, από λευκός περνώ στο λέρωμα του ραγισμένου. Στου παραλίγο-και-κομμάτια άνδρα που ανα πάσα στιγμή ένας ήχος απ' τα χείλη σου είναι ικανός να τον κάνει χίλια δυο κομμάτια. Λογική... Ποια λογική; Δεν υπάρχει πλέον λογική, μόνο φόβος. Αντίθετες δυνάμεις, τα δυο τους. Αιώνιοι ανταγωνιστές. Αιώνια άνισοι. Η λογική βλέπεις είναι, πως να στο πω... "σωστή", που λέγαμε και πριν. Τι λέγαμε δηλαδή; Μόνος έλεγα. Μόνος μιλώ. Μόνος βλέπω και να μ' ακούω, μιας και δεν φαίνεται ακόμη να παρατηρείς την αλλαγή στον τόνο της φωνής  μου. Κοιμάσαι κι εσύ, με τα μάτια ανοιχτά. Κοιμάσαι και κάνεις πως ακούς. Κάνεις πως καταλαβαίνεις. Συνεχίζω λοιπόν, με το στοχαστικό και λιγάκι αγριεμένο μου ύφος αδιατάραχτο, μην και ταράξω κι εσένα από το λήθαργο. Δεν παίζει λοιπόν βρώμικα η -ατόφια- λογική. Και χάνει. Ο φόβος απ' την άλλη -χα, ο φόβος-, ο φόβος καθόλου σωστός δεν είναι. Μαχητικός όμως, δυναμικός, φωτιά σωστή μπροστά στον πάγο των τετραγώνων. Γεννημένος νικητής, με καταντά όχι απλώς ευάλωτο. Εύθραυστο. Έχει διαφορά. Ξέρεις; Που να ξέρεις... Κοιμήσου. 'Η μάλλον...Ε! Αν είναι να κοιμάσαι, τουλάχιστον μην κάνεις πως ακούς. Ε! Ξύπνα και πήγαινε κοιμήσου πια! Που να ξέρεις κι εσύ..."


Δευτέρα, Αυγούστου 12, 2013

But I know it's pointless...

Εσύ κι ο εγωισμός μου είστε πράγματα αντίθετα.

Είναι αυτές οι παραισθησιακές σκέψεις,
που μπαίνουν χωρίς να χτυπήσουν
και μου γεμίζουν παραμύθια το μυαλό.

Είναι και το χαμόγελό σου.



Είναι πολύ αργά,
ή και πολύ νωρίς.
Διαφορά δεν βλέπω πια,
είναι πολύ λάθος ο χρόνος,
τα ρολόγια του τρελάθηκαν
και οπισθοχωρώντας πάνε,
κυνηγώντας ό,τι απέμεινε από το κατεστραμμένο 12 της κορυφής.
Εγώ τα πέταξα τα ρολόγια μου.
Τα έκρυψα κάπου και έσβησα τη μνήμη,
μπας και καταφέρουν να μου εξαφανισθούν εξίσου και οι σκέψεις.
Εγώ δεν σκέφτομαι.
Απεργώ, δεν νοιάζομαι.
Απαρνήθηκα τους υπολογισμούς και τους αλγόριθμους
και το μόνο που 'μεινε να μου θυμίζει την αλλαγή μου,
μερικές γραμμές χαραγμένες στο πίσω μέρος του λαιμού σου,
μισοκρυμμένες κάτω απ' τα μαλλιά.
Είναι το μόνο που δεν κατάφερα να σβήσω:
μια ημερομηνία λήξης,
που δεν αλλάζει.
Μόνο απειλεί να με δηλητηριάσει αν την αψηφήσω,
με μόνο αντίδοτο στο χρόνο ο εαυτός του.
Δεν ξέρω τι κάνω πια.
Δεν σκέφτομαι εγώ.
Τώρα που πρέπει, δεν σκέφτομαι.



Λάθος μαθηματικά,
λάθος αντιδράσεις,
λάθος μου που σκέφτομαι και πάλι τελικά.

Μα, τι να κάνω που, όπως φαίνεται,
εσύ κι ο εγωισμός μου είστε πράγματα αντίθετα.

Και να πεις πως σε ξέρω,
και να πεις πως σε θέλω,
λάθος θα 'ναι.
Όλα λάθος.
Μαζί κι εγώ.



Σάββατο, Αυγούστου 10, 2013

Εποχές

Για δες, για δες...
πώς τα ασύλληπτα γίνονται σα δεδομένα.
Για δες, για δες...
πώς κοντεύω να παραβλέψω τη μορφή σου,
όταν και μόνο στην ανάμνησή της πέθαινα.
Για δες τελικά
πώς αλλάζουν οι καιροί με τους χειμώνες,
φτάνοντας τα καλοκαίρια να τα ζω σε άλλο σώμα.


Ζω ξανά απ' την αρχή.
Αν κανείς το λέει αυτό ζωή.
Ζω ξανά απ' την αρχή το θάνατο,
κι ας ξέρω πως θα επιστρέψεις να τον πάρεις πίσω.

Μα για πόσο;


Είσαι εκεί, περιμένεις πλάι μου,
κι όμως δεν είσαι.
Βρίσκεσαι εκεί, εγώ σε κοιτώ, κι εγώ δεν σε βλέπω.
Βρίσκεσαι εκεί, κι εγώ δεν σε νιώθω.
Δεν σε νιώθω πια καθόλου,
φάντασμα έγινες 
κι όμως ακόμη για εσένα μονάχα βγαίνει αίμα για την πένα μου να γράψει.
Είναι οι κύκλοι.
Κύκλοι ατελείωτοι, αιώνιοι κύκλοι που με γυρνούν γύρω απ' τον εαυτό μου,
σε τροχιά παράλληλη γύρω από εσένα που ονόμασα Αστέρα.
Έτσι, περνώ κι εγώ τις εποχές μου,
στο ψύχος και στο θέρος,
να ζεματώ ή να μαρμαρώνω απ' το κρύο της απόστασής σου.
Απρόβλεπτοι οι κύκλοι μου,
δεν ξέρεις πότε θα χτυπήσει η επόμενή τους αλλαγή,
ξεκινούν απευθείας με τη μπόρα.
Και τώρα έτσι απαθής,
κοιτώ με μάτια γυμνά τον ήλιο και μου φαίνεται σαν νύχτα,
οι αχτίνες του ίσα μ'ακουμπούν,
τα μάτια μου πια δεν κλαίνε στην επαφή τους με το φως
και μοιάζει η προηγούμενη άνοιξη με όνειρο ξεθωριασμένο.
Ο ιδρώτας μου, οι πληγές μου, η βαρύτητά σου προς το σώμα μου, 
οι συγκινήσεις και τα πιο αβίαστα χαμόγελα
- όλα αναμνήσεις σκουριασμένες, πολυκαιρισμένες
που οι άμυνές μου πολεμούν να τις διαγράψουν.
Και οι κύκλοι δεν σταματούν ποτέ, 
δεν ξέρεις πότε θα χτυπήσει η επόμενή τους αλλαγή
κι ακόμη και παγωμένη όπως με κρατούν, μένω ξανά φυλακισμένη.
Για εσένα μονάχα βγαίνει αίμα για την πένα μου να γράψει...
κι ας αλλάζουν όλα,
κι ας γίνεται το εγώ μου ξένο,
κι ας σε χάνω κι ας σε βρίσκω,
κι ας κάνω κύκλους ατελείωτους γύρω απ' τον εαυτό μου.
Για εσένα μονάχα αιμορραγώ και πάλι.

μα υπάρχεις ίσα ίσα, 
νοερά μεσ' το είναι μου.























Για εσένα μονάχα αιμορραγώ...κι ας μην υπάρχεις πια.