Τρίτη, Φεβρουαρίου 28, 2012

it's show time

σπασμένα γυαλιά,
σπασμένη καρδιά
και δυο μάτια που κλείνουν,
αρνούνται να κλάψουν
και μεσ' την ταραχή,
γελούν αμήχανα,
πίσω από τα χείλη,
σιωπηλά

τίποτα δεν έμεινε πια να χαθεί
και σε μια μάχη άνιση, 
το γελοίο ντύνεται δίκαιο
και το παράλογο σωστό

κανείς δεν χρειάζεται να ξέρει,
είν' η σιωπή αυτό που τόσο έλειψε
και που τώρα παλεύει να νικήσει την παράνοια
με τους συμμάχους λαβωμένους


οι τοίχοι έχουν αρχίσει κι εκείνοι να τρίζουν,
λεπτό το λεπτό πλησιάζουν γρυλίζοντας,
όλα τα ρολόγια θα τα λιώσουν
και ο χρόνος θα φοβηθεί κι εκείνος
και θα σταματήσει εδώ

Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2012

για μια φορά, τα γράμματα βγαίνουν πιο εύκολα από τους φθόγγους


Όλα τα 'ξερα, όλα.
Μέσα στο κεφάλι μου
ρίζωσαν πριν καν φτάσουν κοντά στα χείλη σου
μα δεν είναι πως δεν καταλαβαίνω,
είναι πως δεν μπορώ να εξηγήσω
και πως, ξέρεις, κάνεις άλλος ποτέ 
δεν μου φώναξε τις ίδιες μου τις σκέψεις.

Είναι που με μπερδεύει-
με μπερδεύουν τα λόγια της,
με μπερδεύουν τα μάτια της,
με μπερδεύει η στάση της.

Θολώνω.
Θολώνει η σκέψη μου,
θολώνουν και τα μάτια μου,
θολώνει η πραγματικότητά μου
και μέσα στη δική της,
ο κόσμος αλλάζει.

Κρυβόμουν,
μια ζωή κρύβομαι.
Και μια ζωή αφήνω τις φωνές 
να βασανίζουν εμένα,
μόνο εμένα.

Είναι που 'μαι δειλή από μικρή,
είναι που έχω μάθει να κάνω πίσω,
που 'μαι παράλογα λογική,
που πάντα νιώθω πάνω μου το βάρος της λύσης
και είναι που δεν είμαι σίγουρη.

Σίγουρη για τίποτα,
μα για ένα μόνο-
σιχαίνομαι τον τρόπο που με βλέπει.
Ακόμη κι αν πιστεύει πως έτσι θα 'πρεπε να 'μαι,
τον μισώ.

Δεν είμαι τέλεια,
είμαι κατεστραμμένη.
Και είμαι έτσι,
επειδή ακριβώς προσπάθησα να γίνω τέλεια

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2012

μουρμπουλήθρες


άνοιγε το στόμα της
και ο άνεμος περέσερνε μακρυά
τις λέξεις που ελευθέρωνε
και τις ανασυναρμολογούσε κατά βούληση,
ψιθυρίζοντας όλα τα λάθος πράγματα-
μα ποιες λέξεις να χωρέσουν τη θλίψη,
ποιες λέξεις να χωρέσουν τις ενοχές,
ποιες λέξεις να χωρέσουν ό,τι δεν χωρούσε στις σκέψεις της-
όποιες κι αν ήταν, έπαιζαν άσχημο παιχνίδι
και ήξεραν πολύ καλά να την αποφεύγουν


I guess..

Χόρευε ακατάπαυστα μεσ' τη βροχή
και τα γυμνά πόδια της έκαιγαν πάνω στο δάπεδο,
μα αυτό ήταν ό,τι μπορούσε να κάνει,
δεν μπορούσε να σταματήσει.
Στριφογύριζε εδώ κι εκεί, 
ρίχνοντας μόνο που και που μικρές ματιές στους θεατές της,
όσο η μουσική γινόταν όλο και πιο δυνατή
και όσο εκείνη όλο και περισσότερα βήματα έχανε.
Στο κέντρο της προσοχής,
κάτω από τους προλύχρωμους προβολείς,
μπροστά σε ένα κοινό που παρακολουθούσε την κάθε της κίνηση,
ήταν μόνη.
Έσκυβε για καμιά ανάσα μυστικά,
όταν έπεφτε το βράδυ κι όλοι κοιμούνταν
και τα κρυφά της δάκρυά μπερδεύονταν με τον ιδρώτα της.
Ήταν μόνη, 
και η μουσική άλλαζε,
και το σκηνικό μεταβαλλόταν,
κι εκείνη ζαλιζόταν.
Τα χρώματα πετούσαν μπροστά της
κι εκείνη προσποιούταν πως ήταν πεφταστέρια
και μέσα της έκανε ευχές,
να σταματήσει για λίγο ο χορός,
να κατέβει από αυτή την μουχλιασμένη σκηνή.
Τα φώτα ενώνονταν,
οι φωνές βούιζαν,
η μουσική μούγκριζε,
η ψυχή της έτρεμε,
εκείνη, έπεσε.

'Υποθέτω αυτό ζήτησα' σκέφτηκε με το πρόσωπό της να χαϊδεύει το πάτωμα,
τα μάτια της επιτέλους κλειστά και την καρδιά της για πρώτη φορά να κινείται πιο γρήγορα από εκείνη.