Κυριακή, Απριλίου 13, 2014

Εγώ δεν είμαι





Τι να της πεις, που έχει εθιστεί στο δράμα.
Που μάθανε να την ταυτίζουν στο μαύρο,
κι ας του βρίσκουν ομορφιά.
Τι να της πεις, τι να καταλάβεις,
δεν έχει.
Τι έχει, τι έχει μείνει,
δεν έχει, πια.





Χαμογελούσε όταν βρήκε τελικά τις λέξεις. "Εγώ δεν είμαι".
Αυτό, το αιώνιο πρόβλημά της, τελικά κατάφερε, 
με μερικά χρόνια καθυστέρηση, να το εξηγήσει.
Δεν ήταν είπε, και τι να της πεις κι εσύ τώρα, αφού δεν ήταν.
Μόνο να κοιτάξεις στο δρόμο θα μπορούσες,
να χαθείς στα αυτοκίνητα, να την αφήσεις κι εκείνη να χαθεί.
Πώς να σωθεί από το χάος, 
από έναν ολόκληρο κόσμο,
τόσο λεπτομερή που μόνο αληθινός θα μπορούσε να είναι.
Αληθινός για κείνη,
ψεύτικος για τους περαστικούς,
ψεύτικος για τους πραγματικούς,
δεν ταιριάζει σε όνειρα του μέλλοντος,
ούτε σε αναπολήσεις,
μόνο στο παρόν.
Ένα άλλο παρόν, δικό της, καταδικό της, καταδικασμένη την είχε,
σε ένα σύμπαν παράλληλο,
να επιβεβαιώνει τους φόβους του πατέρα της.
Χάθηκε η κόρη του,
την κλέψαν τα βιβλία της,
φυλακίστηκε στη φαντασία της
και την έπλασε τόσο καλά που να νικάει το τώρα.

Τι να της πεις,
που έμαθε να κλείνεται,
που όταν ανοίγεται νιώθει ενοχές για τον εκτεθειμένο εαυτό της,
που μόνο στο κενό όταν κοιτάει ζει πραγματικά.
Τι να της πεις,
τι να μου κι εσύ μπαμπά,
που τελικά είχες δίκιο, μόνο που δεν το ήξερες πως τώρα σε επιβεβαιώνω.
Δεν με ξέρεις κι εσύ,
από λέξεις πιάνεσαι και νομίζεις με μαθαίνεις,
μα οι λέξεις είναι μόνο επιλεκτικές,
μόνο μερικές από αυτές που παλεύουν στο κεφάλι μου.
Μόνο οι επιφανειακές βγαίνουν,
αυτές που ξέρω να εξηγήσω λίγο καλύτερα,
γιατί είναι πιο εύκολες να τις αντέξω.

Μπαμπά,
μην φοβάσαι για εμένα,
το κάνω εγώ αυτό.
Μόνο μην νομίζεις πως με ξέρεις,
γιατί δεν βρήκα ακόμη άνθρωπο που να διαβάζει τη σιωπή μου
κι αυτή μιλάει πιο δυνατά από εμένα.

Τι να της πεις τώρα,
που έμαθε να δέχεται,
να καθυσηχάζεται
και να περνά τον χρόνο της στο ψεύτικο.

Δεν έχει κάτι για να πεις,
άστη,
θα ξυπνήσει, όταν θα είναι πλέον αργά
και θα έχει ξεμείνει από επιλογές.

Ακόμη και το όνειρο,
αρχίζει να κουράζει.

Σάββατο, Μαρτίου 29, 2014

Εντάξει, το παραδέχομαι

Στα χέρια του αναβοσβήνει ένα μισοτελειωμένο αναπτήρα
και προς τα πιο γνώριμα μάτια του κοιτά και φυσάει τον καπνό του, 
προσπαθεί να συγκρατηθεί,
μα αρχίζει και παραληρεί:

"Λοιπόν, εντάξει, το παραδέχομαι, ήταν ψέμα.
Όλα, ό,τι σε άφησα να ζήσεις, όλα κείνα που έκανες με τη δική μου υπογραφή, 
ένα μεγάλο ψέμα.
Δεν θα με συγχωρέσεις, μα να σε προστατέψω θέλησα,
μόνο να καταφέρεις να ζήσεις, έστω πλασματικά, μεσ' τη χαρά σου.
Πόσο καιρό είχες να χαρείς; Ούτε που το θυμάμαι."

Στην καρέκλα του πάνω στριφογυρίζει,
κλειστά τα βλέφαρα κρατά και ψάχνει βαθιά στο μαύρο το μυστικό για να μην σπάσει.
Το 'χε βρει κάποτε, το 'χε εφαρμόσει, μα το έχασε. 
Του γλίστρησε, πού έπεσε, πού πήγε;

"Σε παρακαλώ μόνο", τελικά ξεσπά και ξετρυπά ο φόβος,
"τώρα που το ξέρεις, μην το προσπαθήσεις και καθόλου να ξεφύγεις.
Έκλεισε η Χώρα των Θαυμάτων, δεν δέχεται άλλους επισκέπτες,
γέμισε με χαμένους ταξιδιώτες. Πειρατές μιας άλλης εποχής, που δεν υπήρξε."

Για πολύ ώρα δεν μιλά,
το ξύλο του πατώματος τον μαγνητίζει,
το κοιτά λες και του αναζητά το κάποιο του βάθος,
λες και φλερτάρει ελπίζοντας να ανοίξει τα δεσμά του και να τον κρύψει μέσα.

"Όντως, δίκιο έχεις, εγώ σου στερέωσα τις παρωπίδες.
Στις βίδωσα καλά, να μην τρεμοπαίζουν και σε ζαλίζουν,
μην σε πηγαινοφέρνουν αλήθεια-όνειρο και πάλι πίσω
και μπερδέψεις το εδώ και το εκεί σου.
Ποιος ξέρει, διάολε ποιος να το ελέγξει, πού θα σ'αφήσει η στροφή.

Κι αν γίνομαι μελοδραματικός, άσε με, μην με πιέζεις.
Για να σε φροντίσω, μόνο πίσω από την υπερβολή μου μπορώ να σε φυλάξω,
να σε κρύψω μέσ'το δράμα,
να μπορείς εκεί να βρεις δικαιολογία για την ανάγκη σου
και τη δίψα σου για κείνη.
Και την παραίτηση, την ήττα.
Το μηδέν σου, σ' όλα τα πραγματικά."

Γελά ειρωνικά και ξεφυσά.
Ρουφά απ' το τσιγάρο του τη νικοτίνη σα να θέλει να μεθύσει,
μια σιλουέτα χτυπά την πόρτα του μυαλού του και αυτός κατηγορηματικά αρνείται να υποκύψει.
Μια, δυο, πολλές οι σκιές.
Μια-δυο, πολλά τα όχι
και κανέναν τους δεν πείθουν.
Μιλά ξανά με τον καθρέπτη.

"Αφυδατώνεσαι τώρα, μόνο το τραγικό σε σώζει,
στον στεγνό τον κόσμο, τον απτό, τον σταθερό,
είσαι πολύ λάθος, πολύ λίγος για να τ' αντέξεις.
Πολύ δεύτερος, πολύ εύκολος, αδύναμος, ευάλωτος,
βαριά σκουριασμένος, εξαρτημένος,
χαλασμένος κι ελαττωματικός.
Για αυτό, αν παραμύθια ζητώ και ωραιοποιώ το αίμα,
αν είμαι ρομαντικός μπρος στις πληγές μας,
άσε με, μην με πιέζεις να κατέβω προς τη γη.

Για σένα υποκρίθηκα μάτια μου,
τα μάτια μας δεν ήθελα πάλι να ξεπλύνω με αλάτι,
το 'θελα να σε προσέξω.
Το παραδέχομαι, ώρες, μέρες, εποχές, όλα ψέματα ήταν, δικά μου, μία πλάνη,
υποκατάστατο, να σε κρατήσει σε ζωή.
Πώς αλλιώς θα άντεχες,
πώς θα συνέχιζες τις μέρες σου χωρίς καμία αυταπάτη να σου δώσει να ελπίζεις;"

Κουφός όμως στέκεται ο καθρέπτης του,
απελπιστικά γυάλινος, τρομακτικά νεκρός.

"Καιρός για να ξυπνήσουμε" ψιθυρίζει και τον αναπτήρα πετάει,
τον καθρέπτη σπάει.
Εύθραυστος ο καθρέπτης, 
κάποια απομίμηση του αυθεντκού.

Σάββατο, Μαρτίου 15, 2014

μπλε στο φλας

Στριφογυρίζω σε σεντόνια ξένα,
ξένα όχι γιατί είναι δανεικά, κάποιου φτηνού ξενοδοχείου,
αλλά γιατί εγώ, ολόκληρη, μοιάζω δανεική μέσα τους.
Στριφογυρίζω στα ξένα σεντόνια
και ας μην είναι οι εικόνες μέσα μου εφιαλτικές-
μοιάζουν τόσο τραγικές που αξίζουν την κομμένη μου ανάσα.
Στριφογυρίζω, τινάζομαι, ξεφυσώ,
νιώθω στο κενό το στήθος σου να τραντάζεται από το αναφιλητό μου
και κλείνω με τα δάχτυλα το στόμα.
Κρυφή πρέπει να κρατήσω την πληγή μου,
τόσο δική μου, τόσο λάθος, τόσο ξένη, κλεμμένη.
Μόνη έχω ξαπλώσει, πάντα μόνη, συνηθισμένη,
σπρώχνω νοερά τα αποκαΐδια απ΄ τα καμμένα μου τείχη
μπας και τα στεγνώσει ο χρόνος και τα κολλήσει πίσω στη θέση τους.
Μοιάζει να κουνιέται το κρεβάτι κι εγώ να αδιαφορώ για το σεισμό,
να περιμένω τους σοβάδες να με θάψουν-
μου πρέπει αφού δεν πρόφτασα στο τέλος να θάψω εσένα,
παρά τα σχέδιά μου.
Ποτέ δεν μου πάνε καλά τα σχέδια,
ποτέ δεν μου φέρεται ευγενικά ο χρόνος,
ποτέ δεν υπολογίζω κι εγώ τα  ουρλιαχτά του,
που μου σηκώνουν πινακίδες:
προς το τέλος τρέχεις, πρόσεξε.
Δεν προσέχω, όταν πρέπει, δεν προσέχω, κουράστηκα να φεύγω
και τώρα μένω 
στο τίποτα, αν είμαι τυχερή,
στο λίγο, όπως πάντα.

Το σχέδιο τώρα είναι αυτοκτονία
και φαίνεται, μια φορά, πως θα δουλέψει,
αφού συνήθισα τα άπιαστα να ερωτεύομαι.

*
Η καύτρα από το τσιγάρο σου και το λιγοστό φως απ' τις μονότονες πολυκατοικίες είναι τα μόνα που σπάνε το σκοτάδι. Η φωνή σου όταν κλείνει η κουρτίνα ζηλεύει την δική μου και τώρα δεν είναι παραπάνω από ψίθυρος.
"Μην αφήσεις σημάδι."
Να μοιάσει πως ποτέ σου δεν υπήρξες.
Να γίνουν όλα ψεύτικα, να μην αγγίξουν, τίποτα να μην αλλάξουν.
Μην αφήσεις σημάδι, όχι στο λαιμό μου, όχι στο μυαλό μου, όχι στην  καρδιά μου.
Δεν μπορείς να μείνεις,
κράτησε το μένος σου βαθιά και μην με σημαδέψεις.
Μην γίνεις κάτι από τίποτε ποτέ,
μην σε δουν, μην σε καταλάβουν, 
δεν υπήρξες, δεν υπήρξες, δεν υπήρξες αρκετά, τελικά.
Τα κομμάτια σου όλα μάζεψε και πάρτα μαζί σου όπως φεύγεις το πρωί,
όταν το φως ξεμπροστιάζει τη ζαλάδα από τη μυρωδιά της νύχτας.
Μην αφήσεις σημάδι,
μην με στιγματίσεις,
θα 'ναι σα να μην ήσουνα ποτέ.

*
Μην φοβάσαι,
δεν θα μείνω, περαστική είμαι, 
θα τρέξω να ξεφύγω.

Μην φοβάσαι πια καθόλου
και σβήσε απ' το χρώμα των ματιών σου εκείνο το γκρίζο που σιχαίνομαι
έτσι που μου βαραίνει τα βήματα προς τις εξόδους.
Νιώθω στο στήθος μου τη φωτογραφία που αναβοσβήνει όπως χτυπά το ξυπνητήρι σου,
ακριβώς δίπλα σου, ενώ εσύ με σφίγγεις πάνω σου και με φιλάς.

Δεν θα σε σημαδέψω,
για τα δικά σου τα σημάδια θα φροντίσω.
Την ψευδαίσθηση της παράτασης που πήρες,
ψάχνω δύναμη να βρω για να τη σβήσω.













Μην σε νοιάζει, 
δεν φαίνονται τα σημάδια. 
Το σώμα είναι καθαρό...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 23, 2014

3 am, ξαραχνιάζω

ξεχειμώνιασε
κι ο χρόνος τρέχει
και μοιάζει σα να μου φεύγει
κι εγώ να του ανοίγω το δρόμο

ξεχειμώνιασε
κι εσύ τρέχεις
και ξέρω πως δεν έχει δρόμο να σου δείξω,
δεν έχει πόρτα για να ψάξεις να με βρεις

ξεχειμώνιασε
και θυμίζει η νύχτα κάτι απογεύματα ξεθωριασμένα
και κάπου εκεί ξεβάφω κι εγώ, 
κι ας μην βρέχει

ξεχειμώνιασε
και ξέρει το κρασί να με μαγεύει,
να ξυπνά τα φαντάσματά μου
και να μου ακονίζει τα μαχαίρια

ξεχειμώνιασε τώρα
κι ας λένε όλοι τους πως είναι ο πιο βαρύς χειμώνας,
κι ας λυπάμαι κι ας χτυπιέμαι
που για μένα είναι μονάχα μια παράξενη άνοιξη, χωρίς φτερά

ξεχειμώνιασε
και δεν αποφάσισα ακόμη
αν θα ταυτιστώ τελικά με κάποιο χειμώνα
ή ένα δικό μου καλοκαίρι

ξεχειμώνιασε
και ξεπλένονται οι εποχές
χωρίς να μ' ακουμπάνε αληθινά,
γιατί τώρα μοιάζει ψευδαίσθηση το έτος κι οι αριθμοί τυχαίοι

ξεχειμωνιάζει ακόμη
και περιμένω χιόνι να πέσει πάνω στο κορμί μου,
μα όχι πραγματικά-
γυμνή κυκλοφορώ κι ας μην μου κάνει πια το σώμα κι ας μου πέφτει απ' τα πλάγια

ξεχειμωνιάζει
και φοβάμαι τους ανθρώπους,
φοβάμαι τη μοναξιά, φοβάμαι,
δεν ξέρω τι κερδίζει σε σκοτάδι

ξεχειμωνιάζει
και το βραβείο το παίρνω τελικά εγώ
μέσα σε ένα πλαίσιο ομίχλης
που μου τονίζει τα ερωτηματικά στο πρόσωπο

ξεχειμώνιασε πια,
μεγάλωσε η μέρα,
γέννησε ευκαιρίες
και μου έκλεψε γι' αντάλλαγμα το οξυγόνο

ξεχειμώνιασε
και δεν ξέρω πια
αν ο χειμώνας υπήρξε και καθόλου
ή τον ζωγράφισα εγώ για να συμπληρώσω τον λειψό μου κύκλο

ξεχειμώνιασε
κι ας μην ξέρω να ζωγραφίζω
κι ας μην έχω να περιμένω τίποτα
κι ας ήθελα να μπορώ να

ξεχειμώνιασε
κι ας λαχταρώ να τελειώσω μια φράση
που ποτέ δεν θα τελειώσει,

ξεχειμώνιασε και με άφησε εμένα πίσω στο Δεκέμβρη
να ψάχνω αναπτήρα να ανάψει το θαμμένο μου πάθος
και νερό να σβήσει τον τρόμο μου για κείνο το ξεχασμένο τέρας
που ξυπνά όταν τελειώνει ο χειμώνας
για να κρατά ζωντανές τις ισορροπίες
ενός κόσμου πεθαμένου που κράτησε εμένα, περίπου, ζωντανή
όταν περίμενα τη σειρά μου να υπάρξω

ξεχειμωνιάζω κι εγώ σιγά σιγά,
ελπίζω,
ξαραχνιάζω