Παρασκευή, Ιουνίου 16, 2017

μια νέα αρχή

υιοθετώ κι εγώ μικρές παλιές συνήθειες
νιώθω τον παλμό μου στα ακροδάχτυλα
και σε αυτά απευθύνομαι να με ηρεμήσουν:
πιάνω κατσαρόλες
τενεκεδένιες μπύρες
θρύμματα από καπνό που ξεμείναν στο γραφείο
και μανιακά αποφεύγω τη νύχτα έξω απ' το μπαλκόνι σου
με βιντεάκια της ζωής μες την οθόνη

γύρω ένα δωμάτιο συσσωρευμένων χρόνων
και μια ζωή τυπωμένη σε κάθε γωνιά του σώματός σου

σου αρέσει συχνά να λες
"δικό μου είναι"
δικό μου το χέρι σου
δικό μου το μάγουλό σου
και τα χείλη σου δικά μου
ή τουλάχιστον
ελπίζω να το επιβεβαιώσεις

σίγουρα
σίγουρα θα μπορούσα εγώ
να πλάσω με τα χέρια μου
ολόκληρους πλανήτες
και με κάθε ερέθισμα
μια λέξη- δες
να ξεκινήσω μια πορεία προς το μέλλον

σίγουρα
θα μπορούσα
έως εκεί
περισσότερο
δεν προχωράει,
παλιές συνήθειες-

αν μείνεις μόνος για λίγα λεπτά εδώ μέσα
μπορείς να αφουγκραστείς
θαρρείς
χιλιάδες περασμένες ηλικίες
ακόμη κι αν μονάχα καμιά δεκαριά χρόνια περάσαν

μάλλον όντως μελαγχόλησα
αναζητώ λίγο σκοτάδι
που ξεκάθαρα και άμεσα
με οδηγεί σε στόχους και προβλήματα

να ξέρω κι εγώ
γιατί ακόμη
"θα μπορούσα"

ακόμη, δεν υπάρχει χώρος πολύς στο διάδρομο
έχει αρώματα και χρώματα και ήχους
από κάθε εποχή που πέρασε πριν φτάσω
και με μαρκαδόρους έχει αφιερώματα

εντάξει, μην παρεξηγείς
δεν διεκδικώ το παρελθόν σου
μόνο λιγάκι χώρο παραπάνω για εμένα
σε πάτωμα καθαρό από σωρούς συμπιεσμένους με σκιές

να νικήσουμε τις κάθετες γραμμές
με οριζόντιες

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2017

η εποχή της αφωνίας

δεν είσαι εδώ- και αυτό είναι παράξενο
κι όταν λέω εδώ
εννοώ μέσα
κι όταν λέω μέσα
εννοώ μου

η εποχή της αφωνίας
δεν πέρασε αβίαστα

(το ανώδυνα, έτσι κι αλλιώς,
δεν συγκινεί)

πέρασε στο δικό του χρόνο
κάποιον μακρινό από εμένα
με ένα κόπο
παρόλα αυτά
καταδικό μου

το θλιβερό
είναι πως τώρα θα φανεί
πως είχες δίκιο
κι όταν λέω πως
εννοώ σαν-να

δεν πειράζει
και
όταν λέω δεν πειράζει
δεν εννοώ
δεν έχει σημασία

Κυριακή, Φεβρουαρίου 12, 2017

Τώρα που μείναμε χωρίς σπίτι

εγώ είχα πάντα πρόβλημα με τα πόμολα,
η αδερφή μου με τα φώτα.
θα 'λεγε κανείς πως έφταιγε το σπίτι.

οι διακόπτες, για να φανταστείς,
ίσα ίσα που ξεχώριζαν από το πλαίσιο της πόρτας
και έφταναν ακριβώς στο ύψος του αγκώνα,
έτσι που όταν έστριβες να φύγεις απ' το δωμάτιο,
αυτομάτως
άφηνες πίσω σου σκοτάδι.
ή, άλλες μέρες,
όταν βιαστικά έμπαινες μέσα
και χτυπούσες στο διάδρομο τα πόδια σου
διεκδικώντας λίγη μοναξιά,
αμέσως έσβηνε η λάμπα
και η αίθουσα μόνη της σα να σε έδιωχνε μακριά.
όσο για τα πόμολα,
αυτά θαρρείς σε μαγνητίζαν.
έμοιαζαν οι προεξοχές τους με γάντζους εχθρικούς,
μπλέκονταν στα μανίκια σου,
στα ακουστικά σου,
τα μαλλιά σου
όπως έτρεχες να προλάβεις ένα λεωφορείο
που δεν ήθελες να πάρεις.
για λίγα μόνο δευτερόλεπτα,
επέβαλαν τη συντροφιά τους-
κι αυτή όταν επιβάλλεται
προκαλεί πολλούς κινδύνους.
τα συρτάρια,
τα πατάρια,
οι ντουλάπες,
σε τραβούσαν προς το μέρος τους,
να χωθείς μέσα τους,
χωρίς ουτ' ένα πέρασμα σε άλλον κόσμο.
στην καλύτερη των περιπτώσεων,
φλερτάριζες με τα ψηλά παραθυρόφυλλα,
κολλούσανε στη σόλα σου κι ανοίγαν τρύπες μες τους τοίχους,
να δελεάσουν το κακό.
εσύ όμως
έβριζες μες τα νεύρα σου τα χερούλια
και καταριόσουν το σχεδιαστή τους,
με σπασμωδικές κινήσεις ξεμπέρδευες τα άκρα σου
από τα δίχτυα του σπιτιού
και ευθυγράμμιζες ξανά τα έπιπλα.

θα έλεγε κανείς πως έφταιγε το σπίτι,
μα όσα κι αν αλλάξαμε μέχρι τα δεκαοχτώ μου
μοιάζαν εξίσου στοιχειωμένα.
μεγαλώνοντας, ήμουν πλέον σίγουρη πως
εμείς,
τα αστέρια της μητέρας μας,
ήμαστε που κουβαλούσαμε μαζί μας τα φαντάσματα.
και οι ίδιες
ήμαστε και μόνες μας
λιγάκι στοιχειωμένες.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10, 2017

μάλλον

χρόνια τώρα σου το 'λεγα
να κόψεις τα μαλλιά σου
κρύβεται το πρόσωπό σου
κι είναι κρίμα

στο λεγα.
σαν εκείνους τους ενοχλητικούς
που μας μαζεύουν τις τούφες πίσω απ' τα αυτιά
κι εμείς τις ανακατώνουμε ξανά μόλις γυρίσουν πλάτη

τώρα έκοψες τα μαλλιά σου
σου πάνε πολύ
και λες δεν ξέρεις πώς σου ήρθε
απλά ήθελες μια αλλαγή
είχαμε μείνει στάσιμοι σε σημεία ασταθή
οπότε τώρα που τα κάψαμε
έκοψες
τα μαλλιά σου

δεν ξέρω
μάλλον ήθελες μια αλλαγή