Σάββατο, Μαρτίου 29, 2014

Εντάξει, το παραδέχομαι

Στα χέρια του αναβοσβήνει ένα μισοτελειωμένο αναπτήρα
και προς τα πιο γνώριμα μάτια του κοιτά και φυσάει τον καπνό του, 
προσπαθεί να συγκρατηθεί,
μα αρχίζει και παραληρεί:

"Λοιπόν, εντάξει, το παραδέχομαι, ήταν ψέμα.
Όλα, ό,τι σε άφησα να ζήσεις, όλα κείνα που έκανες με τη δική μου υπογραφή, 
ένα μεγάλο ψέμα.
Δεν θα με συγχωρέσεις, μα να σε προστατέψω θέλησα,
μόνο να καταφέρεις να ζήσεις, έστω πλασματικά, μεσ' τη χαρά σου.
Πόσο καιρό είχες να χαρείς; Ούτε που το θυμάμαι."

Στην καρέκλα του πάνω στριφογυρίζει,
κλειστά τα βλέφαρα κρατά και ψάχνει βαθιά στο μαύρο το μυστικό για να μην σπάσει.
Το 'χε βρει κάποτε, το 'χε εφαρμόσει, μα το έχασε. 
Του γλίστρησε, πού έπεσε, πού πήγε;

"Σε παρακαλώ μόνο", τελικά ξεσπά και ξετρυπά ο φόβος,
"τώρα που το ξέρεις, μην το προσπαθήσεις και καθόλου να ξεφύγεις.
Έκλεισε η Χώρα των Θαυμάτων, δεν δέχεται άλλους επισκέπτες,
γέμισε με χαμένους ταξιδιώτες. Πειρατές μιας άλλης εποχής, που δεν υπήρξε."

Για πολύ ώρα δεν μιλά,
το ξύλο του πατώματος τον μαγνητίζει,
το κοιτά λες και του αναζητά το κάποιο του βάθος,
λες και φλερτάρει ελπίζοντας να ανοίξει τα δεσμά του και να τον κρύψει μέσα.

"Όντως, δίκιο έχεις, εγώ σου στερέωσα τις παρωπίδες.
Στις βίδωσα καλά, να μην τρεμοπαίζουν και σε ζαλίζουν,
μην σε πηγαινοφέρνουν αλήθεια-όνειρο και πάλι πίσω
και μπερδέψεις το εδώ και το εκεί σου.
Ποιος ξέρει, διάολε ποιος να το ελέγξει, πού θα σ'αφήσει η στροφή.

Κι αν γίνομαι μελοδραματικός, άσε με, μην με πιέζεις.
Για να σε φροντίσω, μόνο πίσω από την υπερβολή μου μπορώ να σε φυλάξω,
να σε κρύψω μέσ'το δράμα,
να μπορείς εκεί να βρεις δικαιολογία για την ανάγκη σου
και τη δίψα σου για κείνη.
Και την παραίτηση, την ήττα.
Το μηδέν σου, σ' όλα τα πραγματικά."

Γελά ειρωνικά και ξεφυσά.
Ρουφά απ' το τσιγάρο του τη νικοτίνη σα να θέλει να μεθύσει,
μια σιλουέτα χτυπά την πόρτα του μυαλού του και αυτός κατηγορηματικά αρνείται να υποκύψει.
Μια, δυο, πολλές οι σκιές.
Μια-δυο, πολλά τα όχι
και κανέναν τους δεν πείθουν.
Μιλά ξανά με τον καθρέπτη.

"Αφυδατώνεσαι τώρα, μόνο το τραγικό σε σώζει,
στον στεγνό τον κόσμο, τον απτό, τον σταθερό,
είσαι πολύ λάθος, πολύ λίγος για να τ' αντέξεις.
Πολύ δεύτερος, πολύ εύκολος, αδύναμος, ευάλωτος,
βαριά σκουριασμένος, εξαρτημένος,
χαλασμένος κι ελαττωματικός.
Για αυτό, αν παραμύθια ζητώ και ωραιοποιώ το αίμα,
αν είμαι ρομαντικός μπρος στις πληγές μας,
άσε με, μην με πιέζεις να κατέβω προς τη γη.

Για σένα υποκρίθηκα μάτια μου,
τα μάτια μας δεν ήθελα πάλι να ξεπλύνω με αλάτι,
το 'θελα να σε προσέξω.
Το παραδέχομαι, ώρες, μέρες, εποχές, όλα ψέματα ήταν, δικά μου, μία πλάνη,
υποκατάστατο, να σε κρατήσει σε ζωή.
Πώς αλλιώς θα άντεχες,
πώς θα συνέχιζες τις μέρες σου χωρίς καμία αυταπάτη να σου δώσει να ελπίζεις;"

Κουφός όμως στέκεται ο καθρέπτης του,
απελπιστικά γυάλινος, τρομακτικά νεκρός.

"Καιρός για να ξυπνήσουμε" ψιθυρίζει και τον αναπτήρα πετάει,
τον καθρέπτη σπάει.
Εύθραυστος ο καθρέπτης, 
κάποια απομίμηση του αυθεντκού.

Σάββατο, Μαρτίου 15, 2014

μπλε στο φλας

Στριφογυρίζω σε σεντόνια ξένα,
ξένα όχι γιατί είναι δανεικά, κάποιου φτηνού ξενοδοχείου,
αλλά γιατί εγώ, ολόκληρη, μοιάζω δανεική μέσα τους.
Στριφογυρίζω στα ξένα σεντόνια
και ας μην είναι οι εικόνες μέσα μου εφιαλτικές-
μοιάζουν τόσο τραγικές που αξίζουν την κομμένη μου ανάσα.
Στριφογυρίζω, τινάζομαι, ξεφυσώ,
νιώθω στο κενό το στήθος σου να τραντάζεται από το αναφιλητό μου
και κλείνω με τα δάχτυλα το στόμα.
Κρυφή πρέπει να κρατήσω την πληγή μου,
τόσο δική μου, τόσο λάθος, τόσο ξένη, κλεμμένη.
Μόνη έχω ξαπλώσει, πάντα μόνη, συνηθισμένη,
σπρώχνω νοερά τα αποκαΐδια απ΄ τα καμμένα μου τείχη
μπας και τα στεγνώσει ο χρόνος και τα κολλήσει πίσω στη θέση τους.
Μοιάζει να κουνιέται το κρεβάτι κι εγώ να αδιαφορώ για το σεισμό,
να περιμένω τους σοβάδες να με θάψουν-
μου πρέπει αφού δεν πρόφτασα στο τέλος να θάψω εσένα,
παρά τα σχέδιά μου.
Ποτέ δεν μου πάνε καλά τα σχέδια,
ποτέ δεν μου φέρεται ευγενικά ο χρόνος,
ποτέ δεν υπολογίζω κι εγώ τα  ουρλιαχτά του,
που μου σηκώνουν πινακίδες:
προς το τέλος τρέχεις, πρόσεξε.
Δεν προσέχω, όταν πρέπει, δεν προσέχω, κουράστηκα να φεύγω
και τώρα μένω 
στο τίποτα, αν είμαι τυχερή,
στο λίγο, όπως πάντα.

Το σχέδιο τώρα είναι αυτοκτονία
και φαίνεται, μια φορά, πως θα δουλέψει,
αφού συνήθισα τα άπιαστα να ερωτεύομαι.

*
Η καύτρα από το τσιγάρο σου και το λιγοστό φως απ' τις μονότονες πολυκατοικίες είναι τα μόνα που σπάνε το σκοτάδι. Η φωνή σου όταν κλείνει η κουρτίνα ζηλεύει την δική μου και τώρα δεν είναι παραπάνω από ψίθυρος.
"Μην αφήσεις σημάδι."
Να μοιάσει πως ποτέ σου δεν υπήρξες.
Να γίνουν όλα ψεύτικα, να μην αγγίξουν, τίποτα να μην αλλάξουν.
Μην αφήσεις σημάδι, όχι στο λαιμό μου, όχι στο μυαλό μου, όχι στην  καρδιά μου.
Δεν μπορείς να μείνεις,
κράτησε το μένος σου βαθιά και μην με σημαδέψεις.
Μην γίνεις κάτι από τίποτε ποτέ,
μην σε δουν, μην σε καταλάβουν, 
δεν υπήρξες, δεν υπήρξες, δεν υπήρξες αρκετά, τελικά.
Τα κομμάτια σου όλα μάζεψε και πάρτα μαζί σου όπως φεύγεις το πρωί,
όταν το φως ξεμπροστιάζει τη ζαλάδα από τη μυρωδιά της νύχτας.
Μην αφήσεις σημάδι,
μην με στιγματίσεις,
θα 'ναι σα να μην ήσουνα ποτέ.

*
Μην φοβάσαι,
δεν θα μείνω, περαστική είμαι, 
θα τρέξω να ξεφύγω.

Μην φοβάσαι πια καθόλου
και σβήσε απ' το χρώμα των ματιών σου εκείνο το γκρίζο που σιχαίνομαι
έτσι που μου βαραίνει τα βήματα προς τις εξόδους.
Νιώθω στο στήθος μου τη φωτογραφία που αναβοσβήνει όπως χτυπά το ξυπνητήρι σου,
ακριβώς δίπλα σου, ενώ εσύ με σφίγγεις πάνω σου και με φιλάς.

Δεν θα σε σημαδέψω,
για τα δικά σου τα σημάδια θα φροντίσω.
Την ψευδαίσθηση της παράτασης που πήρες,
ψάχνω δύναμη να βρω για να τη σβήσω.













Μην σε νοιάζει, 
δεν φαίνονται τα σημάδια. 
Το σώμα είναι καθαρό...