Τρίτη, Δεκεμβρίου 10, 2019

τα κλισέ

ζαλίζομαι
του λέω
ζαλίζομαι
και χαμογελάει τυπικά
λες και σχολίασα τον καιρό
πνίγομαι
του λέω
πνίγομαι

μου σπρώχνει απαλά το ποτήρι με το νερό


θέλω να σκίσω τα μοιρογνωμόνιά σου
και να σβήσω με μπλάνκο τις γραμμές σ' όλα σου τα τετράδια

ας μην μιλήσουμε με λογική
ας μην μιλήσουμε για ορθογραφία
έχω έναν ολόκληρο κόσμο στα μανίκια
στις κάλτσες
και τα ρούχα μου
να μου θυμίζει καθημερινά να συμβιβάζομαι
να μoυ ρυθμίζει
το ξυπνητήρι να γυρίζει αυτόματα όταν αλλάζει η ώρα

έχει μείνει μονάχα ένα σημείο
που μπορεί να υπερβεί το χώρο
μονάχα μία στιγμή
με δύναμη να μην τελείωνει

δεν με νοιάζει να έχεις δίκιο
δεν με νοιάζει να έχεις δικαιολογία
δεν με νοιάζει να είναι τίποτα απ' όλα δίκαιο
δεν θέλω την πραγματικότητα
δεν με ενδιαφέρει ο ρεαλισμός

θέλω να εκρύγνυται ο κόσμος και να σπάει
κι εμείς να μένουμε ακέραιοι
γιατί καταφέραμε να μην βλεφαρίσουμε στο μπαμ

έρωτας
είναι η θάλασσα
όχι η αμμουδιά που πας για τις ρακέτες

τελετουργία εξάρτησης #2

"δεν λέω θα πεθάνω

    λέω όμως, μπορεί"


ένας εγωιστικός θάνατος
έτσι, για να σε σώσω

δε θυμάμαι γιατί
τόσο εμμονικοί γίναμε με την επαφή με την πραγματικότητα
εγώ επαφή μαζί σου ήθελα
η νέα πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση με εμένα
και δεν επιθυμώ καμιά σχέση μαζί της

νομίζω θα πεθάνω από καρδιά
νομίζω θα πεθάνω από τη θλίψη
και ίσως κάποιος το μεταφράσει κάπως ποιητικά
μετά

κανείς δεν κατάλαβε ποτέ
γιατί ποτέ δεν θα εξήγησα

μικρή κρατούσα τα βλέφαρά μου
ανοιχτά με τα δάχτυλα
μην και κοιμηθώ και δω τον εφιάλτη
τώρα στραγγίζω τα μάτια με τις χούφτες
μην τολμήσω να ξυπνήσω

ψυχραιμία
μισώ την ψυχραιμία
έγινα φανατική της υστερίας
οι ηρεμιστικές ενέσεις είναι αλάτι στις πληγές
δεν θυμάμαι γιατί ψάχνουμε λόγους να συνεχίζουμε
δεν θυμάμαι γιατί εκθειάσαμε το παρακάτω
ελπίζω να πεθάνω από καρδιά
ελπίζω να πεθάνω από τη θλίψη

και δε θα μπορέσω ακόμη κι έτσι να σε σώσω



εγώ τις υποσχέσεις που μου έδωσα θα τις κρατάω
όσα λεπτά μετράω
είναι ανάλογα της τελευταίας εκπνοής σου
άντε, πνίξου
και πάρε με μαζί σου
αν τολμάς )



Υ.Γ. : Ου, λουκ γουάτ γιου μέιντ μι ντου- ου

είναι μια μπάμια

κάθε φορά υπάρχει μια στιγμή
που ακολουθεί την εισπνοή
όπου η εκπνοή είναι ακόμη αβέβαιη

εκεί, τρομάζω

κάθε φορά υπάρχει μια στιγμή
που ακολουθεί την εκπνοή
όπου η εισπνοή είναι μονάχα όνειρο

εκεί, φοβάμαι

έχει σημασία να βρίσκεις τη διαφορά στις λέξεις
έχει σημασία να ξέρεις πότε χρειάζεται
και στο διάολο τα λεξικά




Τρίτη, Απριλίου 16, 2019

please, insert output


mommy, my heart is broken. mommy, can you move away?

ξημερώματα


η οπτική επαφή είναι επικίνδυνο χόμπυ
και τα πόδια παίζουν άσχημο παιχνίδι
μα δεν με παίρνουν στην ομάδα τους


πρωί


μιλάω ψιθυριστά
γιατί δεν θέλω στ' αλήθεια κάποιος να μ΄ ακούσει


μεσημέρι 


ο κουλ κυριούλης έβαλε μια μελωδία στα ηχεία
έχει κρυφτεί πίσω απ' το φως και χορεύει
μέχρι να αρχίσουμε να χορεύουμε εμείς
τότε κοκαλώνει για λίγο και χαζεύει

μετά γελάει


απόγευμα


η πλάτη ισιώνει
είμαι ακριβώς ένα μέτρο και μισό

το μαλλί κουλουριάζεται
δεν μου χρειάζεται

γελάω κι έτσι


βράδυ


το κορίτσι με τη σαλοπέτα σηκώνεται απ' την καρέκλα
πλησιάζει το στομάχι μου
βγάζει το πεντάχρονο από μέσα
και το οδηγεί πίσω απ' τη σκηνή


μεσάνυχτα


ήρθε η ώρα για αντίο
αλλά επειδή δεν το παίζουμε εμπορικά
από επιλογή καταργήσαμε τα λεντ φωτάκια
κι αγκαλιαζόμαστε λίγο πριν ανάψει το προβολάκι

σε κάθε εικόνα κάνουμε ένα βήμα μπροστά
και σε κάθε λέξη δίχως συνοχή
ρίχνουμε κι ένα χαμόγελο
μόνο αν το εννοούμε ειλικρινά

ο λαιμός μου κλείνει απ' τις φωνές
και το μολύβι έχει πασαλείψει όλο μου το μάτι


είμαι βραδινός τύπος τελικά.



mommy, my heart is fixed.



ξημερώματα.


τα κατάφερα.
η μη τοπικότητα.

Τετάρτη, Απριλίου 10, 2019

τελετουργία εξάρτησης #1

τοξικό χωρίς απόλαυση
μένει σκέτη ανοησία

"είμαι εδώ,

   αλλά είμαι και αιωνίως σε ένα εκεί"


είδα μια ταινία στα προτεινόμενα
καλή φάνηκε
και ο πρωταγωνιστής
κι αυτός καλός είναι
τον ξέρω, νομίζω
θα σου πω τον τίτλο
αν θέλεις να τη δούμε

αν θέλεις
αν δεν θέλεις
δεν πειράζει
δεν έγινε και τίποτα
όλα καλά

πώς τολμάς
να μια καλή αρχή πρότασης-
πώς τολμάς
λες και είναι θέμα νεύρων
λες και είναι ζήτημα συνείδησης
να γράψεις τίτλο με το όνομά μου
για κάτι που ζει μόνο αντίθετά μου

παρόλα αυτά
πώς τολμάς
θα το κρατήσω
γιατί μου αρέσει να σκέφτομαι πως εσύ τολμάς
πού και πού
όταν εγώ δεν τολμώ
ούτε εδώ ούτε πουθενά

μην ανησυχείς
όλα καλά
εσύ να μην ανησυχείς

καμιά φορά
παίρνω βαθιά ανάσα
να σου την ξεφυσήξω στα μούτρα
και μόλις ανοίγω το στόμα
καταλήγω να σε προσέχω
πάλι

ποιον προσέχω τελικά
βέβαια
αφού έτσι μένεις καλά
κι άρα
μένω κι εγώ ακέραιη

να μην στεναχωριέσαι
όχι
δεν θα φύγω
κοιμήσου

κοιμήσου

κοιμήσου

πώς τολμάς
να μια καλή φράση
κυρίως
να μια καλή ερώτηση

είδα μια ταινία στα προτεινόμενα
δεν με ρώτησες
μα θα σου πω
γιατί ρωτάω εγώ
άλλα
και δεν θέλω απαντήσεις

πλάκα πρέπει να χει
να τη δούμε

[όντως, ναι, δεν την πολυπαίρνω στα σοβαρά τη μαμά μου
εκείνη είναι ειδική σε ειδική φροντίδα
σε πονόκοιλο
ή σε τραγωδίες
στην άλλη τη φροντίδα
αυτή που χρειάζομαι
κι εγώ και οι φωνές
και το στήθος που πονάει
εκεί που το απαίδευτο σε ιατρική κεφάλι μου
πιστεύει πως θα πόναγε η καρδιά
κι όχι εκεί που θα πόναγε πραγματικά,
στην άλλη την φροντίδα δεν τα πάει καλά]

θα σου πω πως τη λένε την ταινία
αλλά δεν θα σου πω πολλά πολλά
για να μην την δεις μόνος σου όταν θα βαριέσαι

εγώ όταν θα βαριέμαι δεν θα τη δω
γιατί θα θέλω να βαριόμαστε μαζί
και γιατί
ντάξει
μεταξύ μας
τέτοια είμαι

μαλακία βέβαια
γιατί εσένα ούτε που θα σου άρεσε ιδιαίτερα το τρέιλερ

ηρέμησε
όλα
καλά

είναι μια άλλη ταινία
δεν θυμάμαι πώς τη λένε
δεν ήταν και πολύ καλή
αλλά τη θυμάμαι
τη θυμάμαι γιατί με εντόπισα

ήταν μια ξανθιά
είχε όνομα, ναι, σίγουρα
αλλά δεν είχε ιδιαίτερη σημασία
ή μάλλον
καλύτερα
δηλαδή, μεταξύ μας,
χειρότερα,
είχε δευτερεύουσα σημασία

η ξανθιά
εμφανίστηκε σε μερικές σκηνές
ήταν καλή
ήταν όμορφη
ο πρωταγωνιστής την αγαπούσε
περνούσαν όμορφα
κι εσύ
θεατής
περίμενες πώς και πώς πότε θα την παρατήσει

καλή ήταν
ήταν όμορφη
και ο πρωταγωνιστής την αγαπούσε

απλά,
δεν ήταν η πρωταγωνίστρια

λυπάμαι

λυπάμαι που ο πρωταγωνιστής με αγαπάει
που κάθε φορά ο πρωταγωνιστής με αγαπάει
έτσι είναι πιο δύσκολο
κυρίως
είναι θλιβερό

δεν έχεις ιδέα τι νιώθω σαν σκοτάδι
δεν με τρομάζει η πίκρα
εγώ έχω εμετό με γυαλιά
δεν
έχεις
ιδέα

λυπάμαι

αυτό κάνω τελευταία,
λυπάμαι
δεν είναι κατάσταση
δεν είναι αντίδραση
είναι αντιμετώπιση
αυτή είναι η λύση μου τώρα στα προβλήματα
λυπάμαι

λυπάμαι
και ψάχνω ταινίες στα προτεινόμενα

δεν φταις εσύ
απλά δεν θέλω πάλι να φταίω εγώ
αυτό είναι όλο

νταξει
νταξει
όλα καλά
λογικά

είναι κάπως μίζερη η ζωή που επιλέγω
δε λέω
αλλά είμαι πολύ καλή
σε κάτι είμαι πολύ καλή
ξέρω να επιβιώνω με μυστικά

σσσς.
δεν θα το πω πουθενά.
ούτε σε μένα.
όλα
καλά.


είδα μια ταινία στα προτεινόμενα
θες να σου πω τον τίτλο;

ripped

ήταν ένα σκίσιμο στον αέρα
σαν πίξελ.

μέσα από το πίξελ
άνοιγε ο κόσμος
μας

πίσω
σκονισμένες αναμνήσεις
πάνω σε γόνατα ανίκανα

μια ρουτίνα πανικού,
μαθήματα πνιγμού
με διαλείμματα ελπίδας

καθρέπτες σε όλα τα δωμάτια
και κάθε τζαμαρία μια αντανάκλαση
να θυμίζουν ότι σπάει το γυαλί
και εκείνη
ακόμη με σκισίματα
ακροβατεί

ένα σκίσιμο στον αέρα
και μία τελευταία φράση

έβγαλα τον έρωτά μου ασπροπρόσωπο,
δεν έχει άλλο να πονάω

Τρίτη, Απριλίου 09, 2019

άντε

σκαρφαλώνω στο στήθος σου
φτάνω στο ύψος σου
δένω σταυρό τα πόδια
τώρα δε φεύγω
πάρτο χαμπάρι
εγώ δυσκολεύτηκα
αλλά το πήρα

παίρνω πρέφα το άρωμά σου στο δωμάτιο
νικάει το υγρό για τα άλατα στο νιπτήρα
και τη χλωρίνη που έριξα
να καθαρίσω το συκώτι μου

σηκώνω το ανάστημα μετά από καιρό
διεκδικώ ξανά λίγη χαρά
από εκείνη που μοιασε κάπως στο χαμόγελό σου
όταν μου λεγες στο τέλος καληνύχτα
ξεχνώντας τις μορφές που σε κοιτούν πίσω από τον πάγκο
και για μερικά δευτερόλεπτα υπήρχα μόνο εγώ

εμένα μην με υποτιμάς
τρομάζω
φωνάζω
και τρεκλίζω στο περπάτημα
μονάχα επειδή ξέρω πως τελικά
θα τον ζήσω τον καριόλη τον έρωτα
όπως του αρμόζει
αιματικά
σπαρακτικά
και πάντα σε λάθος χρόνο

ετήσια εορτή τώρα στήνω σ' έναν άλλον μου εαυτό
για τη μέρα που τελικά έγινε το κρακ
στον αριστερό μου ώμο
στην αριστερή μου σπάλα
μέχρι εκεί τέλος πάντων
που πιάνει η καρδιά

καρδιά μου θα παλέψουμε τώρα
ο καθένας με τα σπλάχνα του
κι εγώ με τους εφιάλτες κάτω απ' τα σεντόνια σου
μέχρι να ξορκιστεί τελείως το κακό
και μείνουμε μόνοι σε μια παραλία καλοκαίρι
μετά από τη δουλειά
μετά από τη φωτιά

θα κάψω τους διαβόλους
μέσα στο κεφάλι
γιατί τους έμοιασε πολύ η ζωή μου
και η δική μας μυρίζει θάλασσα λιμανιού
και καφέ με καραμέλα

άντε,
έλα

παίζεις

Δεν μπορείς να μιλήσεις.
Δεν μπορείς να μιλήσεις.
Τα χέρια μου κρέμονται σαν τις νυχτερίδες πάνω απ' το ταβάνι.


καινούριες λέξεις χτυπάνε νεύρο στο κεφάλι
και απ' τα χείλη δεν θυμάμαι τα ελληνικά
παίζουν τώρα σαν μελωδία που σου κόλλησε από το ράδιο
ατάκες, ιστορίες και ζωές
πίσω απ' τα μάτια μου
και μπρος τους
όλο παίζεις εσύ

περνάω τώρα τις μέρες μου στο μεταίχμιο
ανάμεσα σε όλες τις πιθανές μου ιστορίες
και στα χαρτιά μού βγαίνει θάνατος

χτυπά το ξυπνητήρι για όγδοη φορά
δεν κοιμάμαι βαθιά
απλά κοιμάμαι ξανά

είναι σημαντικό καμιά φορά
να ξαπλώνει κανείς στο κρεβάτι μονάχα από κούραση
είναι σημαντικό καμιά φορά
να γκρινιάζουμε
για τον καιρό
για το μυρμήγκιασμα στο πόδι
για το χαλασμένο τάπερ στο ψυγείο
είναι σημαντικό καμιά φορά
να μην τα παίρνουμε όλα πια στα σοβαρά
μονάχα εμάς

να μας πιστεύουμε εμάς
καμιά φορά

κι όσα είπες, τελικά


είχα πει θα πέθαινα για σένα

  αποστολή εξετελέσθη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2019

μπλου άουτ

τουλάχιστον πριν
μπορούσα να αναπνεύσω
μπορούσα να καταπιώ
μπορούσα να κοιμηθώ
τουλάχιστον

το ελάχιστο
που μπορείς να κάνεις τώρα για μένα
είναι να με βασανίσεις

να μου δείξεις
τι θα πει
πονάω αυτόν που αγαπάω

το ελάχιστο
μέχρι εκεί μπορώ να κάνω τώρα
το ελάχιστο

και να φύγω

διακοπές με τον εαυτό μου
με φωτοτυπίες της σχολής στην τσάντα
που δεν θα βγουν ποτέ από τη ζελατίνη
και μπύρες που θα αγοραστούν
και δεν θα καταναλωθούν ποτέ
γιατί επαναστατεί το στομάχι μου και βγαίνει εκτός

όχι, λέει
δεν συμμετέχω εγώ σε αυτήν σου την παράνοια
είσαι μόνη σου
έτσι δεν ήθελες;
μόνη σου τώρα


βαθιά ανάσα
μία
τόσο μπορώ

βαθιά πληγή
και ξένη
χαραγμένη σε άλλη γλώσσα
να μην καταλάβουμε ποτέ
τι έγινε
ποιος το έκανε
γιατί
γιατί, αγάπη μου
γιατί μου το κάνεις αυτό

γιατί
σταμάτησες
να είσαι ευτυχισμένη
δίχως τη συναίνεσή μου;

λοιπόν
λυπάμαι
μα δεν ρώτησα κανέναν τελικά
και πνίγηκα αθόρυβα
βγάλτα τώρα πέρα με ένα πτώμα
κλειδωμένο στην προσωπική μου ντουλάπα μες το σπίτι σου
εδώ και μήνες

τώρα άρχισε να μυρίζει
κάνε μου μια χάρη
κάνε ένα κουράγιο και φέρε τη σφουγγαρίστρα
εγώ θα γεμίσω τον κουβά


γιατί;

λοιπόν
λυπάμαι
δεν θυμάμαι
σίγουρα δεν θυμάμαι
προτιμώ να μην θυμάμαι ίσως
γιατί λυπάμαι

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2019

Σε χαμηλή φωτιά

  Έκαψα το φαΐ. Ξέρω, θα πεις, ε και; Ε και, τι έγινε; Τι έγινε; Λοιπόν. Δεν καταλαβαίνεις. Το έκαψα, αλλά όχι επίτηδες, εκεί είναι η ουσία. Θα μπορούσα να 'χα ξεκινήσει να μιλάω ακριβώς έτσι. Θα μπορούσα να ΄χα πει, έκαψα το φαΐ. Κι εσύ θα χες πει: ε και; Θα απαντούσα τότε: "Εγώ. Εγώ το έκαψα. Όχι ο φούρνος." Κατάλαβες; Ήθελα να το κάψω και το έκαψα, υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Ήθελα κάτι να κάψω. Άνοιξα το μάτι και έλουσα τη κατσαρόλα με λάδι. Πήρα μετά τα λαχανικά, άπλυτα, τα κράτησα ένα ένα πάνω απ' τη φωτιά και τα έκοψα με τα χέρια. Κατάφερα να τεμαχίσω τα καρότα μέχρι και σε τέσσερα κομμάτια. Τέσσερα. Φαντάζεσαι δύναμη. Τη ντομάτα τη ζούληξα με τα νύχια μου. Μην μιλήσω για τα μπαχαρικά. Τα έβαλα στο στόμα μου και τα φτυσα μέσα στο λάδι. Ένιωσα τις σταγόνες να μου καίνε τα μάγουλα. Για ένα-δυο δευτερόλεπτα μόνο, τι να το κάνεις. Έβαλα μέσα τις πατάτες και σκέπασα τη κατσαρόλα. Τη σκέπασα, ανέβασα τη θερμοκρασία, ακόμη κι αν η συνταγή στο ίντερνετ έλεγε σε χαμηλή φωτιά και πήγα στο δωμάτιο, έβαλα να δω μια σαπουνόπερα κι έβαψα τα νύχια μου. Περίμενα τον καπνό να περάσει κάτω απ΄τη χαραμάδα της πόρτας κι έπειτα πήγα στην κουζίνα. Έκαψα το φαΐ. 
  Βλέπεις τώρα, αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Δεν την περιμένεις. Περιμένεις να έκαψα το φαΐ καταλάθος. Να μου ξέφυγε. Αλλά εγώ σε εξέπληξα. Τώρα αναρωτιέσαι. Γιατί να θέλω να κάψω το φαΐ; Τι σημαίνει για μένα αυτή η κατσαρόλα; Ή ίσως, ο μανάβης που μου πούλησε τα λαχανικά. Ίσως με αυτόν να έχει να κάνει. Ίσως είμαι αυτό που πολύ εύκολα ή πολύ δύσκολα  -δεν έχω αποφασίσει- εσείς αποκαλείται τρελή. Λοιπόν. Καταλαβαίνεις πού το πάω. Εγώ, για να εκφραστώ καλύτερα, δεν το έκαψα το φαΐ. Είπα ψέματα. Το φαΐ όμως κάηκε. Κι αυτή η ιστορία δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Κανένα απολύτως. Πλήττω μόνο που σκέφτομαι το συρματάκι να πλέει μέσα στα μαύρα νερά κάτω απ' το νεροχύτη. Γιατί άρα κάθομαι και σου τη λέω; Λοιπόν εδώ μπορεί και να υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον. Φυσικά, όχι για εσένα αλλά για μένα. 
  Είμαι μεγάλη οπαδός της εσωτερικής αναζήτησης. Σχεδόν τελετουργικά πιστεύω και προσεύχομαι σε εκείνο το Γιατί που υπάρχει πίσω από όλα κι ας μην το βλέπουμε. Χρειάζεται μονάχα να πιστέψουμε πραγματικά σε αυτό, να το ψάξουμε και να το βρούμε. Έτσι δεν λειτουργεί αυτό το ηθικό ηρεμιστικό; Από μικρή βρήκα το Θεό μου, κι ας μην το αναγνώρισα τότε. Η αδερφή μου κάποτε μου είπε πως είναι χαζό αυτό που κάνω. Βρίσκω, λέει, συνεχώς λόγους για να δικαιολογώ τους ανθρώπους, λόγους που δεν υπάρχουν αναγκαστικά, αλλά που αναγκαστικά και με τη βία εγώ κατασκευάζω για να τους καταλαβαίνω. "Όλους τους δικαιολογείς. Δεν είναι υγιές" μου είπε. Και εγώ απάντησα "Γιατί;"
  Η μητέρα μας έφυγε όταν ήμουν δώδεκα. Η Ελένη ήταν μόλις οκτώ. Δυο χρόνια αργότερα, αφού αποφάσισα πως η μητέρα μου είχε όντως φύγει, δεν ξέμεινε εκτός συνόρων, δεν την έδιωξε ο πατέρας μου, δεν την απήγαγε η Υπηρεσία Αναγνώρισης, κάπου εκεί στα δύο χρόνια αποφάσισα πως ήταν πλέον καιρός να πω πως η μητέρα μας πέθανε. Ήταν φυσικά η εύκολη λύση. Δεν πιστεύω πως πέθανε στ' αλήθεια κι ούτε τότε νομίζω πως το πίστεψα. Απλά ήταν καλύτερα έτσι. Καλύτερα, απ' το να ξέρω πως είναι κάπου εκεί έξω, περπατά, μιλά, αναπνέει, ακούει μουσική, σκέφτεται. Ήλπιζα να μην σκέφτεται, έτσι δεν θα χρειαζόταν να 'χω εγώ στο μυαλό μου το φοβερό ερώτημα: εμένα, με σκέφτεται εμένα; Φοβερό, φυσικά. Φοβερό αφού κάθε απάντηση είναι λάθος. Με σκέφτεται, κάθε μέρα και της λείπω. Αλλά δεν γυρίζει. Με σκέφτεται, πού και πού, μα μετά ξεπερνά τη σκέψη. Δεν με σκέφτεται ποτέ. 
  Ενώ πέθανε λοιπόν στα δώδεκα η μητέρα μου, δεν άφησε κανένα αποχαιρετιστήριο γράμμα, παρόλο που έψαξα το γραφείο της και είχε πάνω από τρία διαφορετικά στυλό και δύο πάκους ανέγγιχτους με Α4. Δεν την κατηγορώ. Ήταν πολύ θλιμμένη για να γράψει. Οι άνθρωποι μπορούν και γράφουν, ιδιαίτερα όταν είναι θλιμμένοι. Όταν όμως είναι πραγματικά θλιμμένοι, τότε, καμιά φορά, η σκέψη και μόνο να πιάσουν το στυλό είναι αβάσταχτη. Οι θλιμμένοι άνθρωποι είναι βαρείς. Περπατάνε αργά και το πάτωμα τους τραβάει με μανία. Ό,τι αγγίζουν, βαραίνει. Το στυλό, τα ρούχα, τα μπουκάλια, εγώ. Καταλαβαίνω. Έπρεπε να πεθάνει. Από ένα σημείο και μετά, θα γινόμασταν όλοι ασήκωτοι και θα ταν μεγάλη ταλαιπωρία να κυλιόμαστε σαν σαλιγκάρια από δωμάτιο σε δωμάτιο. 
  Η ζωή ήταν πιο εύκολη όταν αποφάσισα το θάνατο της. Ήξερα πού να στηρίξω τις δύσκολες μέρες κι έλεγα λογικό είναι, θα περάσει. Η πρόκληση ήταν μέχρι να με πείσω πως ο θάνατος δεν ήρθε για να γίνει η δική μου ζωή πιο εύκολη- αυτό ήταν ένα εγωιστικό φορτίο που δεν μπορούσα να αντέξω. Απλώς, τα φερε η ζωή έτσι που ο θάνατος τα κατάφερε τελικά και μας έδωσε και πάλι μια αιτία. 
  Είναι βασική αρχή της ζωή μου να μην κάνω πράγματα χωρίς αιτία. Ιδιαίτερα, απ' την άλλη, να μην κάνω πράγματα απλά και μόνο λόγω μιας αιτίας. Καθένας μας χρειάζεται να νιώσει ελεύθερος και την ελευθερία την κυνηγά με τα δικά του μέσα.  Στις Πανελλήνιες, θυμάμαι, παραλίγο να δηλώσω μια σχολή που μου άρεσε. Απευθείας, κατάλαβα πως ήταν η εύκολη λύση. Θα κατέληγα καταδικασμένη σε μια πλάνη, μέσα σε εκείνο το μικρόκοσμο με τις αποφάσεις που στηρίζονται σε ό,τι περιμένει κανείς σε όλη του τη ζωή και ποτέ δεν ξεφεύγει. Δήλωσα λοιπόν κάτι καινούριο. Είναι σημαντική η ελευθερία. Αναρωτιέμαι πού να έχω βάλει το πτυχίο μου. Και το συρματάκι για τα πιάτα. 
  Δοκίμασα ένα καταπληκτικό κοτόπουλο με κάρυ τις προάλλες. Ο Κάστορας είπε πως είναι παραδοσιακό μεξικάνικο πιάτο. Κάστορας είναι το παρατσούκλι του. Τα δυο του μπροστινά δόντια είναι ελαφρώς πιο επιβλητικά και του αρέσει να μασουλάει το φαγητό του με ήχο. Πού και πού ξεχνάω την εποχή που έκοψα το κρέας. Είχα αποφασίσει να το κάνω στα δεκαοκτώ μου και το κράτησα για περίπου επτά χρόνια. Το πρώτο μου γεύμα επτά χρόνια αργότερα ήταν μοσχαράκι κοκκινιστό με ρύζι. Μοσχαράκι. Το μωρό. Τέλος πάντως, η Αθήνα είχε γεμίσει φάνσυ vegan εστιατόρια και φαλαφελάδικα, πλέον στατιστικά η μισή μου παρέα εκτιμούσε το τόφου και τη σόγια. Δεν πρέπει να αφήνεις την κοινωνική μόδα να σε κάνει του χεριού της. Μωράκι με κόκκινη σάλτσα και ρυζάκι λοιπόν. Είναι σημαντική η ελευθερία. 
  Τα λέω στον Κάστορα μα δεν καταλαβαίνει. Όταν ξεκινώ τις φλυαρίες μου μια μικρή ρωγμή σχηματίζεται ανάμεσα στα φρύδια του και καμιά φορά γελάει. Αυτό με εκνευρίζει. Σε γενικές γραμμές όμως, ο Κάστορας βοηθάει. Περάσαμε μια κρίση στον τρίτο μας χρόνο. Μου είχε φανεί δύσκολο τότε να χωνέψω πως οι άνθρωποι επιβιώνουν μόνοι. Αποκτούμε μια τέτοια εμμονή με τον έρωτα που νομίζουμε θα μας λύσει όλα τα προβλήματα. Τώρα ξέρω πως η μοναξιά είναι συστατικό της ζωής και όποτε χρειαστεί χαρίζω αυτό το δώρο στους ανθρώπους που αγαπώ. Τους αφήνω μόνους, γιατί έτσι μόνο αντέχουμε τον εαυτό μας. 
  Στη δουλειά η ανάγκη αυτή αναγνωρίζεται. Ίσως τελικά αυτό να ήταν που με κράτησε στην εταιρία. Καθένας και καθεμιά μας έχει το δικό της προσωπικό κουβούκλιο. Μπορούμε να το βάψουμε και να το διακοσμήσουμε όπως θέλουμε. Το δικό μου κουβούκλιο το αποκαλώ φωλιά. Του έχω φτιάξει μια είσοδο με κουνουπιέρα. Έτσι δεν παραβαίνω τους κανόνες, η φωλιά μου είναι ανοιχτή και φανερή σε όλους, έχω όμως τα δικά μου όρια. Γαλάζια με μικρά πολύχρωμα φωτάκια μπαταρίας. Τα ανάβω στις υπερωρίες, για να μην προκαλώ προβλήματα συγκέντρωσης στους άλλους. Με τα χρήματα δεν έχω πρόβλημα. Δεν αγχώνομαι. Όχι όπως παλιά. Όλα μοιάζουν πιο απλά όταν κοιτάς το γραφείο σου μέσα από το δορυφόρο της Google, από ψηλά. 
  Ενοχλούμαι μόνο από τις ενοχές. Θα ήθελα να μην τις έχω. Δεν τις καταλαβαίνω και παλεύω μαζί τους από παιδί. Μερικά μεσημέρια όταν νιώθω πως ο χρόνος κινείται πολύ αργά και το διάλειμμα για φαγητό δεν έρχεται ποτέ, μοιάζει λες και ένα αόρατο χέρι με πιάνει απ' το λαιμό. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και ακανόνιστα και πονάω. Ποτέ δεν μπορώ να καταλάβω από πού ακριβώς πηγάζει ο πόνος, μονάχα αντιλαμβάνομαι το φόβο να κατακτά κάθε μου κύτταρο. Τότε, είναι που ξεκινάνε οι ενοχές σε ένα παιχνίδι όπου χρόνια βγαίνω ηττημένη. 
Γιατί να πρέπει να νιώθω έτσι; 
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να με πιάνει πανικός. 
  Ο Κάστορας μου το λέει συνέχεια στο τηλέφωνο. 
"Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αγχώνεσαι." 
Και το ξέρω. Και λυπάμαι για αυτό. Λυπάμαι και νιώθω άσχημα, που χωρίς κανένα λόγο, πάλι, το σώμα μου δεν συνεργάζεται. Το δουλεύω αυτό ακόμη. 
  Όταν η κατάσταση βγαίνει εντελώς εκτός ορίων, ξεκινάει το τραγούδι. Όχι τόσο τραγούδι δηλαδή, όσο μουρμούρισμα. Πάω στην τουαλέτα, κλείνω την πόρτα, αγκαλιάζω τον εαυτό μου και του μουρμουρίζω ένα ρυθμό. Με βοηθάει και συγκεντρώνομαι. 
Τότε, ξεκινά η απαρίθμηση. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς γιατί: 
νούμερο ένα, 
νούμερο δύο, 
νούμερο εικοσιδύο χιλιάδες τρία. 

Δεν θα έπρεπε να ανησυχώ που έκαψα το φαΐ, γιατί έχουμε κι άλλο. 

Δεν χρειάζεται να χτυπάω τα ράφια απ' τα νεύρα μου, γιατί στον καθένα συμβαίνει να κάψει ένα φαΐ τουλάχιστον δυο-τρεις φορές στη ζωή του. 
Δεν είναι και τόσο τραγικό. 

Δεν χρειάζεται να ουρλιάζω πως είναι τελικά τραγικό, γιατί ο φούρνος ήταν λιγάκι χαλασμένος κι ίσως έφταιγε κι αυτός. 
Λιγάκι. 

Δεν χρειάζεται να κλαις. 

Δεν χρειάζεται να κλαις. 

Απλά θα πλύνεις την κατσαρόλα με το συρματάκι, μέσα στο δεύτερο συρτάρι πρέπει να είναι τελικά, τώρα που το θυμήθηκες δεν χρειάζεται να κλαις, σταμάτα. 

Δεν έχεις λόγο να φοβάσαι. 

Δεν έχεις λόγο να φοβάσαι. 

Δεν έχεις λόγο. 

Μπορείς άραγε να ζεις παράλογα 
                              και παράλληλα ευτυχισμένα; 


 Θα την πετάξω την κατσαρόλα. Εγώ το έκαψα το φαΐ. Επίτηδες το έκαψα. Πιέστηκα, για αυτό. Κατάλαβες; Καλύτερα τώρα. Τώρα, καλύτερα.