Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2012

Χειμώνας ξανά

Καθόταν σε μια παλιά, στραπατσαρισμένη καρέκλα,
που της κρέμονταν κρόσσια από τα πλάγια
και είχε επικεντρώσει το βλέμμα της στο τζάκι.
Την μάγευε η φωτιά 
και το να παρακολουθεί την δύναμή της, τη βοηθούσε να ηρεμεί.
Δεν ήταν μόνη, αν και οι συζητήσεις είχαν φτάσει σε μια παύση.
Ξαφνικά, το σώμα της τινάχτηκε από δυο συνεχόμενα χτυπήματα στο παράθυρο.
Κοίταξε προς το μέρος του και είδε τη μορφή του να χαιρετά, 
κουνώντας το χέρι πίσω από το τζάμι.
Πριν προλάβει να αντιδράσει, είχε ήδη φύγει.
Είχε ήδη... φύγει.
Για πολλοστή φορά, είχε περάσει από την ημέρα της, χωρίς να ακουμπήσει,
την είχε σχεδόν προσπεράσει,
ξεχνώντας την ίδια,
χωρίς όμως να ξεχάσει την παρουσία της-
κάτι ακόμη χειρότερο.
Γύρισε ξανά τα μάτια στο τζάκι
κι εκείνο ξαφνικά άρχισε να της καίει τα μάτια.
"Εντάξει, εντάξει" καθησύχασε όσους είχαν παρατηρήσει
τη φευγαλέα της απογοητευμένη γκριμάτσα.
Κρατώντας τη συζήτηση για κάτι άσχετο,
συνέχισε να πετά το βλέμμα της στη φλόγα,
βλέποντας τις στιγμές του παρελθόντος της να καίγονται,
βλέποντας την καρδιά της να έχει πλησιάσει πολύ κοντά στη φωτιά,
τη λάθος στιγμή - άλλωστε, κάθε στιγμή, λάθος θα ήταν όπως κι αν είχε-.
Σπρώχνοντας σκέψεις και συναισθήματα πιο βαθιά μέσα της,
κρύβοντάς τα με σκοπό να τα θάψει,
μια συνήθεια πλέον σε ό,τι τον αφορούσε,
πέρασε τις ώρες της ευχάριστα.

Τελικά, απροσδόκητα,εκείνος γύρισε
και χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία μπήκε στη ρουτίνα του,
με τη μελωδία της φωνής του να προσπαθεί να πιάσει τόνους φάλτσους.
Δεν τα κατάφερνε πολύ καλά.

Αφού είχε βραδιάσει για τα καλά,
κοίταξε το ρολόι της και ξεκίνησε να ντύνεται
με ζακέτες, μπουφάν, γάντια, σκούφους...
Ο χειμώνας είχε έρθει για τα καλά,
κάνοντας για μια ακόμη φορά αισθητή την παρουσία του παντού.
Τους χαιρέτησε όλους, έναν έναν,
και τελευταίο εκείνον,
καθισμένος αφού ήταν έξω, με ένα τσιγάρο στο χέρι,
κι ένα πρόσωπο παγερό σαν τον καιρό, βυθισμένο σε σκέψεις.
Τον φίλησε και καθώς απομάκρυνε το κεφάλι της,
της υπενθύμισε : "Να προσέχεις".
Τα χείλη της συσπάστηκαν και το στόμα της άνοιξε ελαφρά,
εως ότου τελικά να κλείσει και πάλι, στρέφοντας τα μάτια στο πάτωμα.
"Με θυμήθηκες;", σκέφτηκε πικραμένη.
Εκείνος μπερδεύτηκε.

-Τι;
-Τίποτα...
-Όχι τίποτα, κάτι πήγες να πεις.
-Τίποτα... δεν έχει σημασία. Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω.
-Γιατί να με στεναχωρήσεις;
-...Ξέρω ότι δεν είσαι καλά, αυτό. Δεν χρειάζεται να συζητήσουμε τίποτα. Δεν θέλω.
Δεν.. έχει γίνει κάτι, αλήθεια.
-Τότε;
-Τιπ...
-Μην τολμήσεις να τελειώσεις τη λέξη! Θα μου πεις;

Χρησιμοποίησε όλη την ένταση των ματιών του
κι εκείνη ζαλισμένη από την πολύκαιρη έλλειψη, λύγισε.
-Απλά να... ξέρω ότι δεν είσαι πολύ καλά, ή τουλάχιστον αυτό βλέπω.
Αλλά τώρα τελευταία, τον τελευταίο χρόνο δηλαδή,
δεν σε νιώθω πολύ.... Δηλαδή... Ξέρω ότι έχω να σε δω πραγματικά καλά
από... δεν ξέρω, από το καλοκαίρι ίσως.
-Και; Δεν καταλαβαίνω γιατί να με στεναχωρήσεις. Τι έκανα τώρα;
-Δεν είσαι εδώ. Αυτό είναι όλο. Όχι για εμένα, νιώθω ότι έχεις απομακρυνθεί
και ξέρω ότι ποτέ δεν ήσουν όσο κοντά ήθελα, όσο κοντά σε ένιωθα εγώ,
γιατί ποτέ δεν ήμουν τόσο σημαντική όσο σημαντικός είσαι εσύ για μένα.
Που είναι απόλυτα λογικό... Αλλά τώρα τελευταία... Είναι σαν να, δεν ξέρω,
σαν να μην είμαι καμία, κανείς, τίποτα...

Τα λόγια έβγαιναν από το στόμα της σα σε μεθυσμένο, 
μιλούσε, μιλούσε, μιλούσε,
νόμιζε τα αφηγούταν στο όνειρό της,
και δάκρυζε, δάκρυζε, δάκρυζε.

Ήθελε να τρέξει μακρυά.
Όχι, ήθελε να τον αγκαλιάσει, να του ζητήσει συγνώμη, να του πει πως τον αγαπάει.
Όχι, όχι, ήθελε να βγει στο δρόμο και να ουρλιάξει
ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ Η ΛΟΓΙΚΗ
ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ ΟΙ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ,
ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ!

Έμενε εκεί όμως, μιλούσε, μιλούσε,

όλοι οι φόβοι και οι σκιές τους
και όλες τους οι μορφές που είχαν φτάσει μπρος στα μάτια της
βγαίναν σαν καπνός ανάμεσα από τα χείλη της, σαν απ' το τσιγάρο του
και σαν από τσιγάρο τις ένιωθε να την καταστρέφουν αργά.
Βασανιστικά.

"Καρδούλα μου...ακούς τι λες;"




-Τι;
-Τίποτα.
-Όχι τίποτα, κάτι πήγες να πεις.
-Όχι, τίποτα, σκέφτηκα κάτι άσχετο.
-Μάλιστα. Οκ, καληνύχτα.
-Καλην..υχτ...α

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2012

Runaway

Από 40 κύματα πέρασε η απόφαση μέχρι να βγει
και μια μ' έριχνε δεμένη στα βαθιά,
μια μ' ελευθέρωνε κι έσπρωχνε εσένα στη σανίδα.

Είδα τον όλο μου πνιγμό από ψηλά,
άλλοτε φάνταζε ψεύτικος, αδύνατος,
εφιάλτης που μόνο υπό την επίρροια του ύπνου ξυπνά,
κι άλλοτε μου 'τανε γελοίος,
λες κι όλη εκείνη η θάλασσα που με βύθιζε,
σταγόνες ήταν μονάχα, μιας ξένης βροχής
κι εγώ μέσα της έτρεμα σαν ψάρι.
Πότε πάλι, θάλασσα καθόλου δεν υπήρχε,
στο κενό πνιγόμουν μόνη,
κι ούτε που είχα ζωή για να φοβάμαι τον πνιγμό.
Στο τέλος, ναύτες τρέχαν πανικόβλητοι
και με τραβούσαν με σχοινιά,
με μια απορία στο βλέμμα 
για το κορίτσι που προσπάθησε και πάλεψε με το νερό,
θυμίζοντάς μου πως ποτέ του δεν έμαθε να κολυμπά.

Ψέματα, ψέματα, δεν έπεσα εγώ, ψέματα....

Οι αφροί καθώς πάλευα μου ψιθύριζαν βραχνά,
ένοχος λέγανε, θύμα αντιλέγανε, τρέχα φωνάζανε μαζί.
Το νερό μου 'χε θολώσει τα μάτια
και τόσο που κατάπια από το σοκ
μου είχε κάψει λαιμό και περιθώρια.
Ο ουρανός και η θάλασσα είχαν μπερδευτεί,
κι εγώ αδυνατούσα να ξεχωρίσω πια επιφάνεια και βάθος.
Σωστό και λάθος είχα χάσει,
μα ο κόσμος είναι πικρός,
με το αλάτι δεν ταιριάζει,
κι ίσως να του ανήκεις, έλεγα.

Πλέον, ξέρω, αντάξιο κομμάτι του αποτελείς,
στην υποκρισία πρώτος,
την πουλάς χωρίς όρια, μαζί με πλαστική αγάπη, μίας χρήσεως,
σε ανθρώπους αφελείς, που δεν προτίθενται για αγοραστές,
κι αντί να ψάχνουνε το δίκιο τους,
βουλιάζουν στη σιωπή και τις τύψεις,
γιατί έτσι θέλουν να βλέπουν τον κόσμο
-αλλιώτικο, απλό-, κι έτσι τον βλέπουν.

Άνθρωποι αλλιώτικοι, αφελείς,
που δεν προτίθενται γι αγοραστές,
παιδιά μονάχα που νομίζουν πως μπορούν
με την καρδιά να λογαριάσουν λογική,
κι αγκαλιάζουν ακόμη και το λάθος,
λες και θα άξιζες ποτέ σου κάτι τέτοιο.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2012

but there's nothing to grasp

...so I let go



Έσβησαν τα μάτια σου,
άδειασε η φωνή σου,
πλησίασε το σώμα σου,
μα εσύ έμεινες πίσω.

Με τον καιρό,
σιχάθηκα να με θυμάσαι
μόνο όταν εγώ το κάνω,
μίσησα που έγινα ένα με το όλο
και ζήλεψα τους παλιούς μου φόβους,
γιατί αυτό που δεν άντεχαν να αλλάξει, το είχαν,
ενώ εγώ πλέον δεν έχω τίποτα να χάσω.

Έσβησαν τα μάτια σου,
άδειασε η φωνή σου,
έκλεισα κι εγώ τα μάτια,
να μην νιώσω την σιωπή σου.


Θα 'θελα να διώξω τον πόνο μακρυά, μα εσύ ούτε που παραδέχεσαι ότι πονάς
κι ούτε και τον τρόπο ξέρω, αφού ποτέ σου δεν με άφησες να τον βρω.
Άλλωστε, δεν ψάχνεις από μένα γιατρειά και δεν ξέρω καν αν εκείνο είναι πόνος,
ή απλά ένα κενό, δώρο του χρόνου που περνά. 
Ας είναι. Απλά χαμογέλα κι όλα τ'άλλα τα βρίσκουμε μετά...


Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2012

Σάββατο, Νοεμβρίου 24, 2012

Επειδή...


Επειδή εμένα δεν με ρώτησε κανείς



Πρώτη φορά, διαφορετικό σε γνώρισα,
κι από εκεί, απ' το πρώτο τούτο λεπτό, την πρώτη στιγμή, σε ξεχώρισα. 
Αργότερα, ξανά σε συνάντησα, σε μέρος απομονωμένο, μαγικό σχεδόν,
και εκεί μαζί σου, ούτε μέρα δεν χρειάστηκε, άρχισα να σ'αγαπώ. 
Εσύ και μόνο εσύ το 'χεις κατάφερες κείνο, 
να σ' αγαπήσω με τρόπο τέτοιο, τόσο εύκολα, τόσο γρήγορα, τόσο έντονα. 

Τυχαίο δεν ήταν, κάτι μέσα σου αναγνώρισα, 
τέτοιο που οι λέξεις δεν φτάνουν για να περιγραφεί,
γιατί πάρα πολλές είναι, και λίγες μαζί. 
Το είδα παρόλα αυτά, το ένιωσα και δέθηκα. 
Πόσο πολύ, δεν το ξέρεις, 
με πόση δύναμη, ακόμη, με κρατάς, δεν θα το καταλάβεις. 

Τότε, με μια πρώτη ματιά, αναγνώρισα κάτι- και δεν έκανα λάθος. 
Τι κι αν γνώρισα κομμάτια που δεν θα μπορούσα να περιμένω, 
τι κι αν λεπτό το λεπτό περισσότερα ακούω και περισσότερα μαθαίνω, 
τι κι αν ποτέ απογοητευτώ από λόγια άλλων, από πράξεις δικές σου, 
ή αν ποτέ αμφισβητήσω αν πραγματικά κάτι για σένα ήξερα,
αυτό το κομμάτι, αληθινό θα μένει, ακόμη κι αν εγώ το ξεχάσω. 

Ξέρω, μονάχα αν ξεχάσω κι εμένα πίσω θα ξεχαστεί κι εκείνο, 
μα ακόμη κι έτσι, εκεί ήταν κι εκεί θα είναι πάντα-
η ομορφιά, μια αλήθεια, εσύ.

Θα είναι πάντα εκεί, θα είναι πάντα μέσα σου, θα είναι πάντα εσύ, 
γιατί δεν ήταν λέξεις, αλλά συναίσθημα, διαίσθηση,
κι εκείνο πάντοτε είναι πιο απόλυτο από υποσχέσεις, 
πιο ισχυρό κι από αλήθειες λεκτικές ή ψέματα,
πιο πιστευτό κι από επιχειρήματα, κι ας έχω μόνη απόδειξη εμένα, 
γιατί τα μάτια σου μιλάνε κι όχι εσύ, 
κι εσύ είσαι αυτό κι αυτό είναι εσύ.



Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2012

Translation.

Καθώς αφηγούταν την ιστορία του,
τα γαλάζια του μάτια γυάλιζαν στο φως του παραθύρου
και ενώ η χροιά του είχε αλλάξει και μιλούσε πλέον πιο σιγανά,
η ένταση που έβγαινε ήταν τόση που σχεδόν φαινόταν στον αέρα-
σα να έβγαινε η ψυχή του έξω μεταμορφωμένη σε παραμύθι.
Τον άκουγα με όση προσήλωση θα μπορούσα να δείξω ποτέ
και πίσω από τις λέξεις του έβλεπα εικόνες, έψαχνα αλήθειες,
κρυμμένες καλά μέσα σε πλαστούς ήρωες.
Κάθε του κόμμα και ένας συνειρμός,
κάθε παύση και μια νέα ερμηνεία,
τα πορίσματα έβγαιναν με φόρα, το ένα μετά το άλλο
και σχημάτιζα μια καθαρή εικόνα της πραγματικότητας του,
μιας που σπάνια ή και ποτέ δεν έδειξε ξεκάθαρα,
παρά μόνο την εννόησε μέσα από υπαινιγμούς και σχόλια.
Μπροστά μου λοιπόν την έβλεπα,
όλη του την ιστορία να ξετυλίγεται όσο συνέχιζε η πλοκή,
όσο κάθε φανταστικός χαρακτήρας 
ταίριαζε απόλυτα μεσ' το κεφάλι μου με αληθινούς.
Τον κοιτούσα λοιπόν, να παρομοιάζει τον εαυτό του με γέρικο δένδρο
και προσπαθούσα να βεβαιωθώ ότι όντως τα μάτια του είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν,
όντως απέφευγαν το βλέμμα μου,
όντως, ήταν κάπου αλλού, βαθιά μέσα στην ψυχοσύνθεσή του.
Μιλούσε κι ενώ ξεδιπλωνόταν όλη του η δημιουργικότητα,
εγώ, ανάμεσα σ'όλα τ' άλλα,
είχα ήδη αναγνωρίσει το ρόλο της γυναίκας μέσ' το έργο
και θαύμαζα τον έρωτα που ακόμη και μέχρι εκείνη τη στιγμή φαινόταν να έχει μέσα του,
μετά από τόσα χρόνια και τόσες αλλαγές.
Συνέχισα λοιπόν να τον χαζεύω, να τον ακούω να διηγείται
και να θαυμάζω την αφοσίωσή του,
πιθανολογώντας μέσα στο κεφάλι μου,
ακούγοντας τις περιγραφές του για τη δύναμη που έβλεπε στην ηρωίδα του έργου του,
την ελιά που συνάντησε και παρακολούθησε να μεγαλώνει-
μια δύναμη που δεν μπορούσε να βρει στον εαυτό του.
Μιλούσε για εκέινη,
που παραπονιόταν για τα λιγοστά της άνθη
κι εκείνον που την παρηγορούσε, υποσχόμενος μια επερχόμενη δόξα.
Περιέγραφε με τόση σιγουριά, ήξερε τόσο άπιαστα τα συναισθήματα του χαρακτήρα του,
που δεν μου άφηνε κανένα περιθώριο να αμφιβάλω για την "γήινη" ταυτότητά του.
Ακόμη και τις ημερομηνίες ακριβώς τις έλεγε,
κι αντί να μιλά καμιά φορά σε χρόνο παρελθοντικό,
ξεχνιόταν και η αφήγηση ερχόταν στο παρόν.
"Με τα χρόνια, ο τρόπος που την αγαπούσε άλλαξε" μου εξηγούσε
και μου ζητούσε να μην παρεξηγήσω την αγάπη του δένδρου για τη νέα ελιά,
γιατί ήταν πολύ αγνή,
κι έτσο συνέχιζε, και με παρέσερνε με τις περιγραφές του και τη χροιά του,
μέχρι που χτύπησα σε τοίχο.
Είχα κάνει λάθος τις υποθέσεις μου, 
τόσο απορροφημένη να ψάχνω το λογικό επακόλουθο,
ώσπου η ερώτησή του μου άλλαξε πορεία σκέψης.

-Καταλαβαίνεις ποιο είναι το πρόβλημά του;
-...Ότι δεν μπορεί να ανθίσει ο ίδιος;
- Όχι. Είναι ένα πολύ γέρικο δένδρο, ή τουλάχιστον αυτό του λένε όλοι, κι αυτή είναι πολύ μικρότερη...Ένα χρόνο αργότερα όμως, η ελιά έρχεται με ένα υπέροχο άρωμα, νιότης και άνοιξης, κι εκείνος προσπαθεί να την πείσει πως δεν υπάρχει τίποτα λάθος με αυτό που νιώθει. Πως θα προτιμούσε να ξεριζώσει όλα του τα κλαδιά, παρά να της κάνει κακό...


..."Λοιπόν, πιστεύεις ότι θα μπορούσε να γίνει μια καλή ιστορία;", είπε τελειώνοντας, προσπαθώντας με κόπο, όσο μπορούσα να αντιληφθώ, να επαναφέρει το φυσιολογικό του ύφος.


Is it my instinct screaming, or am I becoming paranoid?

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012

Όλα ήταν μια στιγμή


Τα λεπτά, ελάχιστα όπως είναι,
περνάνε αστραπιαία και με την ορμή τους
ξεριζώνουν τα κομμάτια μου ένα προς ένα,
αφήνοντάς με μισή και γυμνή,
να ντύνομαι πρόχειρα στα όνειρά μου

κι εγώ να τρέχω ξυπόλυτη από πίσω,
να προσπαθώ να φτάσω το χρόνο που επιταχύνει
και σε τραβά από πίσω μαζί του

κι όταν, που και που, τα καταφέρνω
και πλησιάζω τόσο που αρπάζω τους δείκτες
και στ' αλήθεια τους παγώνω,
εκείνοι ξεγλιστρούν και πάλι απ' τις γροθιές μου

κι έτσι πέφτω ηττημένη,
τα μάτια μου θολά, οι άμυνές μου σπασμένες,
να παλεύω τις αλλαγές
και να κυνηγώ πια μονάχα εικόνες και ήχους


Δεν αντέχω να φύγεις,
άλλα λόγο να σου δώσω να μείνεις
δεν βρίσκω.....

Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2012

Mask made of rocks


...Εσένα και τις σκέψεις σου σε θάνατο καταδικάζω.
Μόνο τα συναισθήματά σου θα φυλάζω,
κι εκείνα όμως καταραμένα
να μείνουν για πάντα κλειδωμένα
μέσα στο βαλσαμωμένο σου σώμα,
ποτέ κανείς να μην βλέπει διαφορά.

Με πέτρα θα χτίσω το πρόσωπό σου,

να μένει ασάλευτο σε λύπη και χαρά,
μα δεν θα κάνει και μεγάλη διαφορά,
αφού πάντοτε, έτσι ήσουν
κι αν τολμάς, αρνήσου. 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2012

Παρόν.

...Με κοίταξε στα μάτια, βαθιά, αληθινά, όπως παλιά.
Σήκωσε αργά το δεξί του χέρι και με τρυφερές κινήσεις άγγιξε το λαιμό μου.
Ήταν σαν η παλάμη του να ταίριαζε τέλεια με το σχήμα του προσώπου μου,
έτσι τρυφερά που με τον αντίχειρά του το άγγιζε
και με την υπόλοιπη παλάμη έκλεινε το κεφάλι και τον λαιμό μου.
Πριν χρειαστεί να μιλήσει, πρόλαβα κι έκλεισα τα μάτια.
Χτυπούσε με μανία η καρδιά, λες και ήξερε πως θα τη σταματούσα.
"Δεν είσαι εδώ" ξεφύσηξα και ένιωσα το άγγιγμά του να εξαφανίζεται
σπιθαμή προς σπιθαμή.


*

Κλείνω τα μάτια και σε κρατάω μεσ' το μυαλό μου.
Θυμάμαι και γελάω, θυμάμαι και πονάω.
Θυμάμαι και δεν κοιμάμαι τελικά,
ώσπου γίνεσαι ένα με το όνειρο
και αποφασίζω πως θα σε φυλακίσω εκεί.

Για όσο η ξένη πόλη με χωράει,
δεν θα σκέφτομαι, δεν θα νιώθω,
δεν θα θέλω, δεν θα χρειάζομαι τίποτα.
Θα είμαι χαρούμενη και δεν θα ψάχνω λόγους.
Αν χρειαστεί, θα τους φτιάχνω μόνη,
θα χτίζω σύννεφα από κενό να με κρατούν πάνω απ'τη γη.

Για όσο μένω εδώ,
από τη θάλασσα θα ζητήσω να τα φυλάξει όλα πίσω
ώσπου το κύμα να μου τα επιστρέψει ξανά
εκεί που με χαιρετάς από μακρυά
και που για τα πάντα φταίω.

Εδώ, δεν υπάρχει εκεί.
Δεν θέλω, για λιγάκι μόνο, να υπάρχει.

M (φταίω)

Πάντα με κάνεις να γελάω
και ξέρεις πόσο δύσκολο είναι.

*έκανες



Ούτε χρόνος δεν πρόλαβε να κλείσει
που σε γνώρισα για τα καλά
και τώρα τη ζωή μου,
για δες πώς τα κατάφερες,
και δεν θέλω να τη φανταστώ χωρίς εσένα

Τα έφαγες τα μούτρα σου
κι όχι μόνος.
Σαν πιόνια domino
πέσαμε ο ένας μετά τον άλλο
κι ίσως όλοι μας σχεδόν, λίγο ή πολύ,
συντελέσαμε στο σπρώξιμο αυτού του πρώτου κομματιού...



Σε βλέπω στα όνειρά μου, το ξέρεις;
Πού να το ξέρεις;
Μήπως καταλαβαίνεις; Δεν καταλαβαίνεις...
Και δεν μπορώ να σε κατηγορήσω ότι δεν προσπαθείς.

Προσπάθησες. Νοιάστηκες.
Κι ακόμη νοιάζεσαι, μα,
τα όπλα τα παρέδωσες.
Βρήκαμε τον ένοχο τώρα,
έκλεισε η υπόθεση
και μόνος σου αυθαίρετα κατέληξες στην τιμωρία.

Εξορία....
Χωρίς επιστροφή. Γιατί;
Γιατί βρέθηκε ο ένοχος,
η υπόθεση, το μυστήριο λύθηκε.
Και νομίζεις, μ'αυτό τον τρόπο,
μονάχα τον εαυτό σου τιμωρείς.
Χα!

Δεν καταλαβαίνεις, έτσι;
Εσύ δεν ζήτησες χρόνο,
ζήτησες απ' εκείνον να σταματήσει να κυλά.
Δεν γίνεται και δεν γυρίζει πίσω.

Έκλεισε η υπόθεση,
το μυστήριο λύθηκε
και ο φάκελος σφραγίστηκε,
δεν του βγάζεις λέξη.
Τώρα μοιάζουμε...



Άλλο ζήτησες, άλλο έγραψα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2012

Δεν είναι στο ζώδιο σου

 Έφτασα ως την πόρτα με τους παλμούς μου να καλπάζουν. Αφού σιγουρεύτηκα ότι ήμουν στο σωστό μέρος, έψαξα νευρικά με τα δάχτυλά μου το κουδούνι και το πίεσα. "Παρακαλώ;" ακούστηκε μια μακρινή και πολύ επαγγελματική φωνή από το θυροτηλέφωνο. "Η Μελωδία είμαι δεσποινίς Παρή. Το ραντεβού των 5." 
 Bzzzz... Πήρα μια ανάσα και βιάστηκα να σπρώξω την πόρτα πριν κλειδώσει ξανά. Για μια στιγμή, το στομάχι μου δέθηκε κόμπος. Μπροστά μου ανοιγόταν ένας διάδρομος με διαμερίσματα και δεξιά μου οι σκάλες. Ακριβώς δίπλα υπήρχε ένα ανσανσέρ με την ένδειξη "Προσωρινά εκτός λειτουργίας". Ωραία. Σκάλες it is. Ανεβαίνοντας πίεσα το μυαλό μου να θυμηθεί. Πρώτος όροφος, τρίτη πόρτα δεξιά... ή αριστερά; Όπως και να έχει, έφτασα ως το τελευταίο σκαλοπάτι και την απορία μου έλυσε μια μικρή δεσμίδα φωτός που έβγαινε από μια μισάνοιχτη πόρτα στο βάθος του διαδρόμου. Δεξιά τελικά.
-Πέρασε καλή μου. Με βρίσκεις σε μια μικρή αναστάτωση. Είσαι βλέπεις το πρώτο μου ραντεβού και... Τέλος πάντων- πέρασε, πέρασε, μη διστάζεις!.. Έτσι μπράβο. Λοιπόν, κάθισε αναπαυτικά στον μαύρο καναπέ εκεί απέναντι και επιστρέφω σε ένα λεπτάκι με τσάι. Ή μήπως προτιμάς χαμομήλι;
-Τσάι, ευχαριστ-
-Περίφημα!, είπε και έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
 Το δωμάτιο είχε μια παράξενη διαρρύθμιση. Αριστερά της εισόδου στο βάθος, είχε μια γωνία με ένα μικρό καθιστικό και μια τεράστια βιβλιοθήκη, που αμέσως ζήλεψα. Δεξιά είχε μια πόρτα -αυτή απ' την οποία είχε φύγει η Παρή-, ξύλινη και φρεσκοβαμμένη με βερνίκι, με ένα πόμολο μεταλλικό και λεπτοδουλεμένο. Φαντάστηκα οδηγούσε στα υπόλοιπα δωμάτια. Απέναντί μου βρισκόταν ένας εντυπωσιακός δερμάτινος μαύρος καναπές με ελαφριά κλίση, με το προσκέφαλό του ακουμπισμένο στον αριστερό τοίχο. Δίπλα του ήταν ένα σκούρο οβάλ τραπεζάκι με λουλούδια και μπροστά του μια πολυθρόνα με ροδάκια και μαξιλάρια στις αποχρώσεις του μπεζ, και μαύρο σκελετό. Ο χώρος δεν ήταν πολύ ανοιχτός, αλλά ούτε και ασφυκτικός. 
 Έκατσα στον καναπέ περιμένοντας και παράλληλα παρατηρώντας τον πίνακα ανακοινώσεων που ήταν κολλημένος στον τοίχο, γεμάτο με χαρτάκια με ημερομηνίες, ονόματα και αριθμούς. Πλάι στον πίνακα υπήρχε ένας καμβάς με αφηρημένα σχέδια από παστέλ χρώματα που έκαναν αντίθεση με τον ελαφρά πορτοκαλί φόντο, σίγουρα από κάποιον καλλιτέχνη που θεωρούσε τον εαυτό του μοντέρνο. Γενικά, ο χώρος αντανακλούσε μια θετικότητα και μια ηρεμία, φαντάζομαι πετυχαίνοντας τον αρχικό σκοπό του διακοσμητή. 
 Η δεσποινίς Παρή μπήκε πάλι στο δωμάτιο, κρατώντας στα χέρια της μια κούπα κι ένα τετράδιο. Μου χαμογέλασε και κάθε σημάδι προηγούμενης "αναστάτωσης", είχε εξαφανιστεί και αντικατασταθεί από ψυχραιμία και φιλικότητα.
"Ξάπλωσε σε παρακαλώ Μελωδία." με παρότρυνε αφήνοντας το τσάι μου στο τραπεζάκι.
-Λοιπόν, θα ήθελα αρχικά, πριν ξεκινήσω να σε μαθαίνω, να μου πεις το λόγο που σε ώθησε να πάρεις την απόφαση να με επισκεπτείς. Θέλω να ξέρεις ότι μπορείς να μου πεις οτιδήποτε σκέφτεσαι.  Όσο περισσότερα, τόσο το καλύτερο. Δεν θα σε πιέσω όμως τώρα. Πες μου, συνέβη κάτι στη ζωή σου αυτή την περίοδο;
-Ναι...ή μάλλον, όχι, όχι ακριβώς δηλαδή. Η αλήθεια είναι πως...να, είμαι καταδικασμένη.
-Καταδικασμένη σε τι; Και από ποιον;
-Από εμένα.
-Δηλαδή; Πώς θα μπορούσες να το εξηγήσεις;
-Έχω καταδικάσει τον εαυτό μου πάντοτε να δέχεται, να συμβιβάζεται, να υποχωρεί. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και να απορρίπτει αυτόματα πιθανότητες για εμένα και για τη ζωή μου. Να τις θέτει εκτός ορίων, ενώ εγώ δεν θέλησα ποτέ να έχω όρια στη σκέψη. Ή τουλάχιστον, το ελεύθερο κομμάτι μου.
-Σημειώσεις, σημειώσεις, βλέμμα-
-Χμ... Τι πιστεύεις ότι μπορεί να σε έχει οδηγήσει σε αυτό το σημείο;
-Νομίζω πως, ακόμη κι αυτή ακριβώς  τη στιγμή, ένα κομμάτι μου πιστεύει πως αυτό είναι το σωστό, το καλύτερο. Γιατί, ακόμη κι αυτήν ακριβώς τη στιγμή, ακόμη και τα δικά σου τα μάτια, μου θυμίζουν τα δικά του. Και εκείνα με παρατηρούν, με αξιολογούν συνεχώς. Κι εγώ, παλεύοντας να καταφέρω να με θαυμάσει εκείνος, ξεχνώ πως εγώ πρέπει πρώτα  να το κάνω. Είναι που... πιστεύω ότι όταν εκείνος είναι περήφανος για εμένα, είμαι κι εγώ. Είναι και που δεν μπορώ να αντέξω το αντίθετο. Είμαι δειλή. Δειλή. Και αυτή η δειλία μου στερεί το δικαίωμα να ξεπεράσω τα σύνορα και τα όρια που μου έχουν βάλει, μέχρι να φτιάξω καλύτερα. Γιατί, στην τελική, αντί να προσπαθώ να με βρω πρώτα, εγώ προσπαθώ να με φτιάξω.
-Όμως, είσαι ήδη φτιαγμένη.
-Ναι...απλά φοβάμαι μήπως χάσω τον έλεγχο, μήπως βρεθώ στην άλλη όχθη, απλά και μόνο από αντίδραση. Μα...
-Ναι;
-Μα, πιο πολύ φοβάμαι μήπως δεν το κάνω.



Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2012

As time goes by

Φοβάμαι πως μια μέρα θα μ'αγαπάς μονάχα από συνήθεια
και μόνο επειδή σ'αγαπώ εγώ θα έρχεσαι κοντά μου.

Φοβάμαι πως μια μέρα θα χαμογελάς και θα προσπερνάς,
χωρίς να θυμάσαι, χωρίς να ξεχνάς.
Μια μέρα, θα πλησιάζεις να μ'αγκαλιάσεις 
μόνο αν απλώνω εγώ τα χέρια να τυλίξω το κενό.
Μια μέρα θα σε φιλώ κι απλά θα περιμένεις.

Φοβάμαι, μια μέρα θα έχει ξεχαστεί η ένταση στα μάτια σου
ακόμη κι από εμένα την ίδια
και θα ψάχνω με μανία να θυμηθώ γιατί
λέγανε κάποιοι ήμουν ξεχωριστή.
Μια μέρα, μέσα από τους άλλους αιφνιδίως θα με θυμάσαι
και θα σου λείπω μόνο από κοντά.

Θα πάψεις και να με καλείς κοντά σου,
κι όταν στέκομαι ακίνητη στη μέση της αίθουσας,
εσύ δεν θα πλησιάζεις.
Μια μέρα, όταν χορεύεις, ούτε μια στροφή δεν θα θες να με κάνεις
κι οι φίλοι δεν θα μας ζηλεύουν πια.

Φοβάμαι, όταν θα με χαιρετάς δε θα μου κρατάς πια το χέρι ως να φύγω
και τα λόγια σου ποτέ δεν θα τα χάνεις.
Θα 'μαι μια εικόνα από παλιά,
ένα γράμμα στο συρτάρι σου,
τέως αγαπημένο.

Φοβάμαι πως μια μέρα θα είσαι δίπλα μου
και δεν θα έχει καμιά διαφορά.
Δεν θα φροντίζεις να κάθεσαι που και που μακρυά μου
κι εγώ δεν θα τολμώ να ακουμπήσω το πηγούνι μου στον ώμο σου,
ούτε θα κάθομαι δίπλα στην κενή καρέκλα
για να μπορέσεις να κάτσεις πλάι μου.

Δεν θα μου γκρινιάζεις που δεν σου λέω τις σκέψεις μου,
ούτε θα μου κλείνεις το μάτι πειραχτικά.
Δεν θα χαμογελάς με τα σχόλιά μου
και δεν θα με χαζεύεις όταν παίζω.
Σε εμένα, φοβάμαι μια μέρα, δεν θα στηρίζεσαι καθόλου
και θα έχεις εμπιστοσύνη στις μνήμες σου απ' τα παλιά.

Θα με φωνάζεις με το όνομά μου ολόκληρο
και δεν θα θέλεις να είμαι λυπημένη, γιατί κανείς δεν θα έπρεπε να είναι.
Δεν θα με ρωτάς συνεχώς τι έχω
κι όταν λέω πως είμαι καλά, εσύ πάντα θα με πιστεύεις.

Μια μέρα, άμα σε αγκαλιάζω, θα με αφήνεις αμέσως να φύγω
κι αν σε προσπερνώ, δεν θα το σχολιάζεις.
Φοβάμαι πως μια μέρα δεν θα μου ψιθυρίζεις καλημέρα
κι οι εκφράσεις θα περνούν απ'το πρόσωπό σου
ίδιες με αυτές που δίνεις σ' όλους.

Δεν θα με πιάνεις ξαφνικά απ' τη μέση,
θα με ξυπνάς όπως τον καθένα
κι αν φοράω κανένα παράξενο αξεσουάρ, δεν θα το προσέχεις.
Όταν είσαι πιεσμένος θα με κοιτάς ψυχρά,
θα με κοιτάς και δεν θα βλέπεις,
θα με ακουμπάς και δεν θα νιώθεις.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012

'The call'


Φεύγουν οι άνθρωποι, γίνονται σκόνη αναμνήσεων,
ενώ εσύ ακόμη ψάχνεις την υφή τους.
Γίνονται μέρος των ασταμάτητων κύκλων,
που τείνουν προς το χάος ή την ισορροπία
και χάνονται τροχιά την τροχιά.
Πέφτουν οι άνθρωποι κι έρχονται,
σαν πεφταστέρια,
που κατεβαίνοντας εκπληρώνουν ευχές
και μετά συνεχίζουν το ταξίδι τους,
αφήνοντας τα νέα σου όνειρα μισά.

Κι εσύ, τι είσαι;
Είσαι το φεγγάρι, παρατηρητής του κυνηγητού,
ή μήπως νομίζεις δεν είσαι κι εσύ μέρος του,
αστερόσκονη σκορπισμένη σε παρελθόν, παρόν και μέλλον;
Κι αν ήταν στο χέρι μας να διαλέξουμε,
θα επιλέγαμε τη μοναξιά;
Μόνο και μόνο για να γλυτώσουμε τον πόνο,
θα τη συνηθίζαμε και θα την κάναμε τρόπο ζωής;
Θα απορρίπταμε τους άλλους έναν έναν,
ώσπου να απορρίψουμε τελείως και τους εαυτούς μας;


ΧΑΛΙΝΑΡΙΑ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟΗ Αρχή

 Περιμένοντας το τέλος. Τελεία.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Μπαλόνια

 Κοίταξε το πάτωμα και αναστέναξε στα κλεφτά κοιτώντας το ξεφτισμένο της ρολόι. Τικ τακ, τικ τακ. Μία είχε πάει η ώρα, τι έκανε ακόμη εκεί; "Έλα, πάμε!" την έσπρωξε τότε η Γαβριέλα χαμογελώντας. Ανηφόρησαν σιωπηλές το διάδρομο, με τις σκέψεις της να έχουν ξεφύγει και πάλι μακρυά. Πλησιάζοντας, τα μάτια της καρφώθηκαν στην πόρτα και καθώς συνέχισε ευθεία προς το δρόμο, φωνές της απέσπασαν την προσοχή. Έστριψε το κεφάλι της και, εντελώς ξαφνιασμένη, βρέθηκε να κουτουλά. Δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί που είχε χτυπήσει, όταν πρωτοείδε τα μπαλόνια. Πολύχρωμα, φωτεινά, δεν ταίριαζαν καθόλου με το πνεύμα της. Ξαφνικά ένα καμπανάκι χτύπησε μέσα της. Γενέθλια. Δεν ένιωθε καθόλου διαφορετικά, όπως κάποια άλλη χρονιά ίσως να περίμενε, κι έτσι με το ζόρι επανέφερε την πληροφορία στο κεφάλι της. Γενέθλια, μπαλόνια, χρώματα, κόσμος...



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Το Κορίτσι που Δεν Ενθουσιάζεται με Τίποτα

 Έκανε μερικά βήματα διστακτικά προς τα μπαλόνια και ακολουθώντας τα, με το βλέμμα της έπεσε πάνω στους φίλους της, τους γνωστούς αγνώστους. Δεν το περίμενε αυτό. Ήταν μια περαστική άλλωστε από εκείνο το μέρος, μια ξένη. Αυτό ήξερε, αυτό ένιωθε, αυτό είχε συμφωνήσει με τον εαυτό της υποσυνείδητα. Δεν ήταν μέσα στο πρόγραμμα οι εκπλήξεις, τίποτα όμορφο πέρα από τα καθορισμένα. Θα γύριζε σπίτι της, όπως κάθε μέρα, θα έπεφτε με τα μούτρα στο κρεβάτι, όπως κάθε μέρα και, όπως κάθε μέρα, θα σηκωνόταν αργά μετά από πολλές ώρες παρατήρησης του κενού, για να κάνει μια βόλτα μέσα στο δωμάτιο, να θυμώσει ξανά με τον εαυτό της που δεν έκανε τίποτα χρήσιμο όλη μέρα και να ξαναπέσει, άυπνη, πάλι στο κρεβάτι. Μετά θα σηκωνόταν καθυστερημένη το επόμενο πρωί και ντυμένη όπως-όπως θα έφευγε για το σχολείο. Αυτή ήταν η μίζερη καθημερινότητα που είχε υποβάλει στον εαυτό της, κι έτσι ούτε που είχε ευχηθεί για κάτι διαφορετικό. Κι όμως τώρα, σιγά σιγά έβγαινε κάποιο νόημα. 
-Ένιωσε κάτι να πιέζει επιθετικά το κεφάλι της.-
 Εκείνοι, ακάθεκτοι συνέχιζαν να τραγουδούν γιορτινά με ενθουσιασμό, κουνώντας στα χέρια τους ρυθμικά μια τούρτα. Κοιτούσε τη φλόγα υπνωτισμένη καθώς θυμόταν μια συζήτηση που είχαν κάνει πρόσφατα μέσα στην τάξη. Παρωπίδες. Είχε κι εκείνη τις δικές της, τις κουβαλούσε μαζί της χωρίς να το καταλαβαίνει, ώσπου με το πρώτο τους σπάσιμο χαλάρωσαν και έπεσε πάνω τους. Προκατειλημμένη μέσα στην μοναξιά της δεν τις ένιωθε καν. Ποιός ξέρει πότε θα καταλάβαινε υπό άλλες συνθήκες το κακό που προκαλούσε μόνη της σε εκείνη! Μα το θέμα τώρα πάνω απ' όλα ήταν, αφού το είχε μάθει, τι θα έκανε;
  Πήρε μια βαθιά ανάσα και έσβησε το κερί, κάνοντας μια άχρηστη ευχή. Δεκαέξι. Ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία. Για εκείνη ήταν όλοι μαζεμένοι εκεί, για εκείνη, την ξένη, την μίζερη. Για εκείνη που ίσα ίσα που χαμογέλασε αχνά. Η φωτιά τρεμόπαιξε και έσβησε, αφήνοντας ελάχιστο μαύρο καπνό να κυματίζει από πάνω της. Δεν είχε όμως χρόνο να θαυμάσει το σχηματισμό. Τους κοίταξε όλους έναν-έναν και άρχισε να τους φιλά, μέσα στο τρέμουλο ξεχνώντας ποιους έπιανε και ποιους άφηνε."Δεν είναι και πολύ χαρούμενη ε;" άκουγε ψιθύρους ενώ συνεχίζοντας, ένιωθε το πρόσωπό της κλειδωμένο. Και ενώ όλοι είχαν φτάσει εκεί ζητώντας μονάχα μια αντίδραση, ήταν σίγουροι πλέον πως είχαν αποτύχει. Γιατί ήταν το κορίτσι που δεν ενθουσιάζεται ποτέ με τίποτα, αλλά αυτοί που να το ξέρουν; 



      







Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2012

"Στη σημασία που δίνεις στα πάντα εσύ"

Είμαι κλεισμένη σε ένα κουτί.
Σκοτεινό, μικρό και γερό,
που τάχα το παίζει δικό μου.

Γύρω μπαίνει φως ελάχιστο,
από σχισμές λεπτές, 
σχηματίζει κουκκίδες πάνω στα ρούχα μου,
στην τύχη διαλεγμένα, φαρδιά και άχαρα
ειδικά για την περίσταση.
Οι ακτίνες με ακουμπούν, μα δεν με ζεσταίνουν.
Διαπερνούν μέσα απ' τις τρύπες που ολόγυρα 
σχηματίστηκαν για να με κρατήσουν σε ζωή, φαίνεται.
Ίσα ίσα, για να αναπνέω.

Βουητά περνούν από τις χαραμάδες
και νομίζω που και που αναγνωρίζω φωνές.
Ναι, σε εμένα μιλούν.
Δεν το ρισκάρω να βγάλω φωνή συχνά όμως,
αφού πολλά περιθώρια απώλειας δύναμης και αέρα δεν έχω.
Κι έτσι εγώ ακούω,
όσο περιμένω να περάσει η ώρα,
ακούω- μα δεν βρίσκω απαντήσεις.
Αποσπάται εύκολα η προσοχή μου, βλέπεις
και άθελά μου, μέσα, τα ντεσιμπέλ ξεπερνούν τις έξω συζητήσεις.
Χάνομαι...

Να 'ναι άραγε κι αυτοί απ' έξω
σε δικά τους κουτιά;
Υποθέτω για τον καθένα η φυλακή διαφέρει,
σε μορφή, αίσθηση, δεσμά.

Από πουθενά δεν βρίσκω πόρτα.
Ούτε καν την κλειδαριά δεν νιώθω, 
ψηλαφώντας διστακτικά.
Θα έπρεπε να υπάρχει κλειδαριά, σωστά;
Αλλιώς τι κλειδί να προσπαθήσω να βρω;

Νομίζω ακούω βροχή...

Δεν είναι τόσο άσχημα εδώ μέσα.
Υποφερτά θα έλεγα.
Μα, δεν μου είναι αρκετό
και δεν ξέρω αν θα έπρεπε.

Και ενώ, η αλήθεια είναι,
ποτέ δεν σε άφησα πίσω,
όταν τελικά σε συναντώ,
μακρυά πλέον απ' το κουτί μου,
με πιάνεις απροετοίμαστη.
Πραγματοποιείς τις σκέψεις μου μια-μια,
λες και σε όνειρο βρίσκομαι
και αμέσως μου θυμίζεις κάτι που είχα θάψει
βαθιά μες την απουσία σου:

Η μιζέρια μου, σε τρέμει.
Αλήθεια στο λέω, κοντά σου εξαφανίζεται
και για λίγο, χάνω κάθε της ίχνος.
Έστω για λίγο κ' αρκεί.
Έχω προλάβει να γίνω το πιο δυνατό μου εγώ,
το πιο χαρούμενο,
το καλύτερό μου εγώ.

Έχω προλάβει, και πεισμώνω,
γυρνάω πίσω και ανοίγω με τα νύχια μου
σχισμές στο κουτί μου,
νιώθω τα μάτια σου πάνω μου
-όπως πάντοτε, περιμένοντας την αντίδρασή σου-
και έτοιμη να αντιμετωπίσω το σκοτάδι,
βρίσκω φως.

Οι σκιές μου τρεμοπαίζουν,
οι φόβοι μου κρύβονται.
Όσο υπάρχεις εσύ.


Σάββατο, Σεπτεμβρίου 01, 2012

Αναμνήσεις ξένες

Πόσες φορές έπαιξε αυτή η σκηνή στο μυαλό μου,
με τα ίδια ακριβώς λόγια,
τον ίδιο κόμπο στο στομάχι
και τα μάτια το ίδιο θολά από τα δάκρυα.
Πόσες φορές πίσω από τα ματόκλαδά μου το είδα,
το πόνεσα και το άφησα ξανά να φύγει,
μέχρι που τελικά η σκηνή έγινε πραγματική.
Μόνο που εγώ δεν ήμουν εκεί,
φυσικά και δεν ήμουν.
Μέσα από τα λόγια της σε κοίταξα,
τόσο καθαρά είδα την κάθε σου κίνηση,
την κάθε σου έκφραση
και τόσο έντονα ένιωσα την ανάγκη να ήμουν εκεί,
να σε ζήσω, έστω για εκείνα τα λίγα λεπτά,
λίγα ακόμη λεπτά κοντά σου,
μια τελευταία ίσως ευκαιρία να σου μιλήσω πραγματικά,
πέρα από τα λόγια τα τυπικά.
Μια ευκαιρία που έχασα
και που τουλάχιστον, σε ένα κρατήθηκα,
ότι με θυμήθηκες,
κι ακόμη κι αν μόνο το όνομά μου είπες,
αυτό θα πρέπει να μου φτάσει.
Να αρκεστώ στις εικόνες που μου μεταφέρει,
γιατί ξέρω πως είναι η καλύτερή μου επιλογή,
που σε παρατηρεί περισσότερο
και σε προσέχει,
που χαίρομαι τόσο που έστω εκείνη είναι εκεί.
Να προσπαθεί να σε κάνει να νιώσεις καλύτερα,
να έχεις ένα στήριγμα που αγαπάς,
ενώ εγώ είμαι μακριά και μονάχα με τη σκέψη μου σε φτάνω.
Ξέρω, ένας άλλο χρόνος τέτοιος σχεδόν έφτασε,
να φοβάμαι πως μου γλιστράς,
να σε νιώθω αλλού
και να σε φαντάζομαι μόνο μέσα από αναμνήσεις ξένες.
Δικές μου να τις κάνω σα να ήμουν εκεί,
σε μια γωνιά εσένα να χαζεύω,
ενώ περνούν οι μέρες, οι μήνες
και, άθελά σου, απομακρύνεσαι.
Όμως, όπως κι αν έχει,
πάντα μαζί μου θα σε κουβαλώ
και για μερικές στιγμές κοντά σου μόνο
το βάρος της αναμονής θα το αντέχω...


Παρασκευή, Αυγούστου 17, 2012

'Μια με κρατάς, δυο με σπρώχνεις'

Είναι οι μέρες που επιτίθενται όσο περνούν,
είναι και το κενό που αφήνει στο χώρο η απουσία σου-
άδειες καρέκλες, ανείπωτες φράσεις, ματιές με τον αέρα
και εγώ, να στέκομαι να χαζεύω τον τοίχο που ίσως στερεωνόσουν

Είναι που δεν θα το συνηθίσω ποτέ πως δεν θα ΄σαι εκεί
όσα δεδομένα κι αν αλλάζουν, όσος καιρός κι αν περνά,
ακούγοντας το όνομά σου σε λέξεις παράταιρες
και περιμένοντάς σε να εμφανιστείς πίσω από την κάθε γωνία,
την τελευταία στιγμή, έστω για μια ευχή

Είναι κυρίως που ήθελα να καταλάβαινες
και τα λόγια τα δικά μας να μην τα μετρούσες τόσο επίμονα,
αφήνοντάς μου ένα άνοιγμα,
ένα μικρό κενό να σ'ανοιχτώ λιγάκι,
ένα μικρό κενό να καλύψει λιγάκι 
το δικό σου

Μα δεν είναι έτσι,
κι είναι που δεν θα γίνει κιόλας
Και τώρα, παραπέρα ακόμη πάω,
φεύγω χωρίς κανένα αντίο,
χωρίς να ξέρω αν θα πρέπει 
να σε νιώθω χαρούμενο μακρυά μου

Και δεν θέλω, μα....

Τετάρτη, Αυγούστου 15, 2012

Σαν

  Καλές οι παρομοιώσεις κι οι μεταφορές, 
μα να ξηλώσω κλωστές ανύπαρκτες αδυνατώ. 
Άσε που ποτέ μου δεν τα κατάφερνα μ'αυτά 
κι όποτε προσπαθούσα, όλο το ρούχο κατέστρεφα 
και όσο το ρούχο πλέον είμαι εγώ, 
δεν ξέρω πόση καταστροφή πια σηκώνει.

Κι ίσως κάποια άκρη να βρω να τραβήξω,
ίσως να σχίσω, ίσως να μπαλώσω,
όταν ίνες ανακαλύψω και ξεχασμένες παραμάνες
πάνω στο δέρμα μου σαν πάνινης κούκλας,
παραγεμισμένης με βαμβάκι για να καμουφλάρει τα εκρηκτικά.

  Μα κλωστές άλλες πού να βρω,
το άυλο πλησιάζοντας με όπλα μου ψαλίδια και δόντια, 
εκεί βαθιά που καμιά άλλη παρομοίωση δεν ταιριάζει 
παρά μονάχα μοιάζει σαν ιστός περίπλοκος,  
άλλοτε εύθραυστος, άλλοτε γερός;

  Ξυράφι παίρνω και αρχίζω να ψάχνω 
τα κόκκινα, ποτισμένα καλά από το αίμα, καλώδια 
που σταματούν το μέτρημα της βόμβας 
ή παίρνω χρώμα και όλα, μια για πάντα,
σαν σε αποτυχημένο πίνακα τα καλύπτω και τα ψεγάδια αφαιρώ;
 Κι αν αποφασίσω,
 πώς το ξυράφι που κόβει συναισθήματα
ή τα χρώματα που σβήνουν ελαττώματα θα βρω;

 Καλές οι παρομοιώσεις, 
μα βολεύουν μόνο στα λόγια 
κι εγώ ξαφνικά αποφάσισα πως δεν μου φτάνουν.

Σαν...τα νοήματά των παραμυθιών να βγαίνουν και να περπατούν στους δρόμους.
Σαν... παρομοιώσεις, που δεν χρειάζονται τα "σαν".


Τρίτη, Αυγούστου 14, 2012

Καινούρια ζάλη

Κάθονταν σκυμμένοι ο ένας προς τον άλλο, λίγα μέτρα πέρα απ' όλους.
Το σκοτάδι είχε γεύση γλυκιά και το άρωμά του ενέπνεε τα μυστικά 
να βγουν στην επιφάνεια...

Αν πρέπει δεν έχω αποφασίσει,
μα νομίζω πως θέλω να το ξέρεις,
εσύ πρώτη απ' όλους
πως μια νέα ανάγκη με τραβά
και με παίρνει μακρυά από εδώ.

Θέλω να ξέρεις κι ότι προσπάθησα,
στ' αλήθεια δεν το 'θελα να φύγω
και όπου κι αν καταλήξω θα μετανιώνω.
Όμως δεν έχω πια επιλογές
και εσύ αξίζεις να το καταλάβεις πιο πολύ,
γιατί θα πονέσει κι αυτό θα με βασανίζει 
όταν κάπου αλλού θα αφιερώνω τις σκέψεις μου
και κάποιον άλλο θα αγκαλιάζω με τρυφερότητα,
κι όχι εσένα.

Μα δεν θα πονέσει μόνο
κι αυτό ίσως εσύ να μην μπόρεσες ποτέ να το δεις
κι ίσως πάλι να μην έπρεπε και να το κάνεις,
γιατί μεγάλο βάρος πάνω στην καρδιά σου πέφτει
κι αν κοντά μου κλάψεις μια στιγμή,
χίλιες στιγμές θα κλάψω.

Μην το κάνεις το λάθος αυτό
κι όσο κι αν νιώσεις ότι με έχασες,
ποτέ σου μην πιστέψεις πως δεν ήσουν εσύ
αυτή που απ' όλους ξεχώρισε
και μάθε πως μπορώ να ακούσω τι συμβαίνει
αλλά πρέπει να είσαι προετοιμασμένη
πως ίσως και να αντέχω να το μάθω.

Τα πάντα ήσουν και θα 'σαι
και να σε χάσω δεν αντέχει η ψυχή μου,
γιατί θα είναι άδεια 
κι όσο ζωντανή ένιωσα μαζί σου,
φοβάμαι τόσο νεκρή θα μείνω.
Αν φύγεις κάτι μέσα θα πεθάνει.
Αν φύγεις, αυτό που θα πεθάνει θα'μαι εγώ.

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και ευχήθηκαν πως δεν θα 'ταν η τελευταία φορά.
Κι ύστερη εκείνη έτρεξε, να προλάβει τους λυγμούς της να σκεπάσει,
αλλά ζαλίστηκε τόσο από τα νέα, που σκόνταψε και όπως πάντοτε,
πάνω του έπεσε ξανά...


To do list


Ως το μηδέν μετρούσε αντίστροφα
κι έλεγε όταν φτάσει,
τα μάτια θα ανοίξει
και θα αρχίσει ο κόσμος να αλλάζει,
μα όχι μονάχος.
Από τα δικά της τα χέρια
θα την έφτιαχνε ξανά,
κομμάτι-κομμάτι.
Θα έραβε, θα ξήλωνε
και κάθε στόχο στη νοητή λίστα της
θα πετύχαινε,
ώσπου να νιώσει καινούρια,
αν και περισσότερο εκείνη.
Δεν θα απογοητευόταν
και τίποτα δεν θα άφηνε στην τύχη.
Θα έπαιρνε πρώτη φορά τον έλεγχο
και θα έσερνε τον εαυτό της,
ακόμη κι όταν εκείνος έστριβε αυθόρμητα στη λάθος γωνία,
αναζητώντας την εύκολη λύση.
Το άπιαστο, το λάθος και το πρέπει
θα τα όριζε από την αρχή εκείνη
και πριν τελειώσει ο χρόνος
θα περπατούσε στο δρόμο με άλλον αέρα,
αυτό του νικητή,
με τελευταίο της στόχο πως
θα ήταν αυτή που ήθελε
ή, στο τέλος θα μάθαινε
και θα ήθελε αυτό που ήταν.




Don't ask

Οι σκέψεις της είχαν κλειδωθεί μέσα της
κι ακόμη και εκείνη ένιωθε πως είχε εγκλωβιστεί
και πουθενά δεν χωρούσε.
Εκείνες άλλαζαν χρώματα, σχήματα,
στροβιλίζονταν στο κεφάλι της 
και την ζάλιζαν, φέρνοντας εικόνες θολές,
δημιουργώντας και χτίζοντας τείχη,
θέτοντας και γκρεμίζοντας πρέπει και θέλω,
ξεχνώντας και αναπολώντας αναμνήσεις.
Ερωτήσεις πυροβολούσαν
και την ξυπνούσαν τόσο ξαφνικά-
μα οι σκέψεις αρνούνταν κατηγορηματικά
να αλλάξουν και να γίνουν λέξεις,
γιατί αυτό ήταν πραγματικά:
μορφές, ζωγραφιές, συναισθήματα, όνειρα, εφιάλτες,
δικά της, κατάδικά της
και δεν θα τα μοιραζόταν σαν λόγια με κανένα.
Δεν ήθελε, δεν έπρεπε
να αλλάξουν υπόσταση.
Δεν ήθελε, δεν έπρεπε
να βγουν προς τα έξω.

Και, ουσιαστικά, ούτε που υπήρχαν.