Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2015

you are the sun

ήρθες
σταμάτησαν οι εφιάλτες
έβγαλε ήλιο στην παγετούπολή μου
τα καρδιογραφήματα πάνε προς τη μύτη κι όχι το στομάχι
τα θρυψαλάκια από γυαλί στο στήθος μου
αυτονομήθηκαν
και ξέχασαν πως έχουν σπάσει

να ξέρεις, δε με πειράζει πια που είσαι πάντα
(είναι όμορφα τα πάντα
και σπάνια σε τέτοια κλίματα)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 19, 2015

καλώς...

Στο σπίτι, 
οι πόρτες είναι μονής κατεύθυνσης, 
μέσα και κλειδί. 

Τα παράθυρα είναι θολά απ' την υγρασία, 
οι τοίχοι είναι παγωμένοι, 
ο ήλιος φτάνει μέχρι τη σκεπή.

Το πάτωμα είναι από σάπιο ξύλο και τρίζει σε κάθε βήμα, 
τα έπιπλα χτυπάνε σπασμωδικά παλαμάκια,
το τζάκι βρωμάει βενζίνη 
και στο κέντρο η μπανιέρα κοχλάζει λασπόνερα και μπύρα.

Τα ασημικά γυαλίζουν και αντικατοπτρίζουν τους άσπρους τοίχους. 
Η τάση της λάμπας έχει πέσει. 
Κάτω απ' τα χαλιά κοιμάται η αράχνη. 

Η εξώπορτα είναι ροζέ, μικροσκοπική και χάρτινη. 

"Καλώς", γράφει το μισοφαγωμένο χαλάκι. Έστω.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2015

Γάτες

τελευταία
στα όνειρά μου βλέπω γάτες
δηλαδή
όχι γάτες
γάτα
μία
μερικές φορές είναι άσπρη
άλλες μαύρη
ποτέ γκρι
είναι ήσυχη
και μικροσκοπική
δε βγάζει νύχια
ούτε από φόβο
ούτε από έρωτα
γι αυτό δε τη φοβάμαι
σαν τις άλλες
τις πραγματικές
είναι μία
πάντα αυτή είναι
δεν ξέρω πώς τη λένε
ποτέ δε τη φωνάζω με όνομα
αλλά πάντα την ξέρω
είναι παιδί μου
ή εραστής μου
ή φίλος μου
ή εγώ
γουρλώνουμε τα μάτια μας
μπερδεύουμε τα βήματά μας
ανταλλάζουμε αγάπη
νομίζω την ίδια
που πάει βόλτες ανάμεσα στα σώματά μας

κατέληξα
η γάτα είσαι εσύ

τελευταία
ξυπνάω απότομα το βράδυ
από τα όνειρά μου
έχουν γάτες
ή ανθρώπους
ή εμένα
ένα συνονθύλευμα τριχώματος και ψυχεδέλειας

κατέληξα
να τις αγαπάω τις γάτες τελικά
και κατέληξα να με ηρεμούν οι εφιάλτες
και τα όνειρα να με τρομάζουν

πού κατέληξα
και πώς κατέληξα εδώ
δεν θα καταλάβαινες
και όπως και να 'χει
χαίρομαι γι αυτό

που ο κόσμος σου είναι αυτός
κι όχι κάποιος
ένας
μία
μία γάτα
όχι πολλές

κατέληξα.





φαντάζομαι πως κοιμάμαι πάνω σου πως νιαουρίζεις στα μαλλιά μου πως κοιμίζω μαζί μας τις φρίκες μου να μη σε ενοχλήσουνε τη νύχτα φαντάζομαι πως θα παρανοήσει ο κόσμος μου τόσο που να μοιάσει λογικός πως θα βρεθεί δικλείδα ασφαλείας που θα αναιρέσει τη σιωπή που θα κάνει μουσική που θα σε κάνει να με θέλεις να κοιμηθώ πάνω σου να νιαουρίσεις στα μαλλιά μου να κοιμίσω τις φρίκες μου να μοιάσει ο κόσμος μου να γίνει ο κόσμος μου να είναι για λίγο ο κόσμος μου κανονικός



Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2015

ημέρες διαύγειας

πέτυχα ισορροπία δύναμης κι αδυναμίας
και μηδένισε ο κόσμος.

έχω φτάσει τώρα σε κάτι δεκαδικές ώρες
συχνότητας deja vu
και τα ημερολόγια μού αφήνουν ειρωνικές υποσημειώσεις.

η ώρα είναι 0,2 και το στομάχι μου συρρικνώθηκε
οι πνεύμονές μου μεγάλωσαν
και το μπάλωμα έσπασε για να φανεί η τρύπα.

η ώρα είναι 0,2 και κάτι ψιλά
και η τρύπα μου ξεχείλισε αίμα και καραμέλα.

η ώρα είναι 0,2 και κάτι πολλά
πολλά γνωστά
πολλά παλιά
και πολύ αργά.


μερικές μέρες, καταρρέω.
μερικές μέρες, είμαι καταραμένη.
μερικές μέρες, είμαι καθαρή.

και σήμερα; ήταν μια μέρα μερική.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2015

Χτενίζομαι πάντοτε με τον ίδιο τρόπο

Έχω αλάτι στα μαλλιά μου
ιδρώτα στο στήθος μου
ρακί στη γλώσσα μου
και φούσκες στα πόδια μου

ήταν μια καλή μέρα


Θέλω να πω
ή θέλω να σου πω
έχει σημασία
αλλά δεν θα κάτσω τώρα να το αναλύσω

να πω 
αυτό

στα μοτίβα των χρόνων μου
που μοιάζουν λιγότερα όταν τα τοποθετείς μέσα σε πρόσωπο από κύκλο
οι μέρες μου είναι προοδευτικές
ή οδευτικές προς 
προσοδευτικές

μια κωδικοποιημένη συμμετρία
ελευθερίας
φόβου
ανάγκης
και εξαναγκασμού


Θέλω να σου πω
πως δεν σου πήρα δώρο για τα γενέθλιά σου
και θέλω να σου ξεριζώσω τα μάτια μου
να τα κρατήσεις στα χέρια σου 

Θέλω να σου πω
πως δεν σου πήρα δώρο για τα γενέθλιά σου
γιατί δεν θα ΄θελες να σου ΄χα πάρει

Θέλω να σου πω
πως δεν σου πήρα δώρο
και θέλω να σου δωρίσω κάτι από τον κόσμο μου
για να κάνω δώρο στον εαυτό μου τις παλάμες σου που θα ανοίγουν


Θέλω να πω
πως φοβάμαι
πολύ και πολύ τακτά
και αθεράπευτα
πως θα φοβάμαι αθεράπευτα

Θέλω να πω
πως στα μαλλιά μου έχω αλάτι
και μεσοπέλαγα ξέχασα τη στεριά
που μου θυμίζει τη θάλασσα
και με κάνει να χάνω και τις δυο τους

(κάποτε νομίζω έπαιρνα αλάτι απ’ την κουζίνα
 και το ‘τριβα στις τούφες μου
 και εκεί είναι το λάθος
 της τούφας)

Θέλω να πω
πως θέλω να πω
πως θέλω να λέω
κι ας μην μιλάω


Όσο για σένα,
ή θα μ΄ αφήσεις να σε νιώθω εξωγήινα
ή θα ξεχνάω το αλάτι μου κάθε που σε συναντάω στη γη

Και όσο για μένα,
χτενίζομαι πάντοτε μετά τη θάλασσα
κι έχω τη βούρτσα άπλυτη



Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2015

μεταξύ πόνου και ευτυχίας, υπερισχύεις εσύ (εγώ)

αν μ' αγαπούσες
θα κατάπινα το μακρόκοσμο

αν δε σ' αγαπούσα
θα έψαχνα θεό για να με σώσει

αν έβγαινες το βράδυ στο μπαλκόνι να καπνίσεις και να σπάσεις
θα ξυπνούσα
θα έσερνα μια καρέκλα δίπλα σου
θα έβαζα το κεφάλι μου στο λαιμό σου
θα σου κλείδωνα τον καρπό με την παλάμη μου
και θα κράταγα την αναπνοή μου μέχρι να ξημερώσεις


Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2015

«Εκείνη είναι.»

Δευτέρα.
σήμερα είναι (ήταν) μια από εκείνες τις Δευτέρες που θα άλλαζα.
πολλοί στρέφονται στις Δευτέρες για τις Πρώτες τους φορές.
γι αυτό μάλλον ποτέ τους δεν δουλεύουν.
καλύτερα να πούμε για Παρασκευή.
ή να την πούμε Κατασκευή.
ή Καταστροφή.
κάθε τέλος και αρχή
άλλωστε.

σήμερα κοιμήθηκα στο κρεβάτι της Νίκης.
είναι πιο μεγάλο και μαλακό,
πολύ πιο κοντά στο πάτωμα.
[πάντα μου άρεσε να ξαπλώνω στο πάτωμα.
κρατούσα το χαλί μου και το καλοκαίρι.]
είχα σχεδόν όλα τα μαξιλάρια του σπιτιού.
ένα για τα μαλλιά, ένα για το κεφάλι,
ένα ανάμεσα στα πόδια, ένα ανάμεσα στα χέρια,
ένα δίπλα για συντροφιά,
ένα κάτω για να πέσω στα μαλακά.
είχα χώρο για δυο ανθρώπους
και ώρες για δυο βραδιές.
το ξυπνητήρι δεν το άκουσα.
είχα χώρο για δυο ανθρώπους,
έξι μαξιλάρια
και δυο βιβλία μανιοκαταθλιπτικών.
ξύπνησα χωρίς μαξιλάρια,
κουλουριασμένη στη μια γωνία.
τα μαλλιά μου ακουμπούσαν το πάτωμα.

σήμερα είχε καλό καιρό έξω.
μ' αρέσει όταν έχει καλό καιρό
συνήθως.
έβαλα την αγαπημένη μου πατελόνα
και ένα τιραντάκι στο αγαπημένο μου χρώμα- μαύρο.
είχε ήλιο, ούτε ζακέτα δεν χρειάστηκα,
την άπλωσα στον ώμο μου.
τώρα, σκέφτηκα, πού θα ρίξω το φταίξιμο για τη θλίψη μου;
όταν βρέχει λέω είναι ο καιρός.
όταν βρέχω, λέει ο καιρός "εκείνη είναι".

πήγα στο μάθημα.
το δεύτερο.
σαν κάθε Δευτέρα.
στο πρώτο έτρεμα από συγκίνηση.
βούρκωναν τα μάτια μου και πετάριζα τις βλεφαρίδες μου να ξεθολώσει η εστίαση.
το μυαλό μου έτρεχε χιλιόμετρα,
έριχνε χαστούκια
και ζωγράφιζε όνειρα.
σήμερα ήταν το δεύτερο μάθημα του δευτέρου μαθήματος της Δευτέρας.
είχα ένα ζεστό καφέ ανάμεσα στα πόδια μου.
τα χείλη μου είχαν φουσκώσει από την αδράνεια.
ζαλιζόμουν και ήθελα να ακουμπήσω κάπου το σώμα μου.
αν στηριζόμουν στην πλάτη της καρέκλας νομίζω θα έπεφτε από το βάρος του κεφαλιού μου.
δεν ήμουνα σε μουντ για σκηνικά.

όταν βγήκα από το αμφιθέατρο δεν είχα αποφασίσει προς τα πού θα κινηθώ.
οπότε ξεκίνησα για το σπίτι.
όταν έφτασα σπίτι, συνέχισα να προχωράω.
ήθελα να κάνω ένα τσιγάρο.
είχα αφήσει ένα μισό τσιγάρο στο τασάκι του δωματίου μου να σβήσει με το χρόνο.
δεν ήθελα να πάω σπίτι.
είχε ανοιχτά φώτα και τα φώτα με τρομάζουν.
δεν ήθελα να μην πάω σπίτι.
είχε αμάξια και κανένα κρεβάτι.
πήγα σπίτι.
τέλειωσα το μισό μου τσιγάρο στο μπαλκόνι, πάνω στον τοίχο.
μισή μέσα, μισή έξω.
άναψα κι άλλο.

στον ύπνο μου είδα πως παντρευόμουν.
τον πατέρα μου.
σε ένα προηγούμενο όνειρο μου έλεγε πως θα με κάνει ευτυχισμένη.
πως είναι ο μόνος που θα με κάνει ευτυχισμένη.
θα με αγαπούσε.
στο όνειρο δεν ήθελα να παντρευτώ.
είχα αλλάξει γνώμη.
άλλαζα συνεχώς σκουλαρίκια και δαχτυλίδια.
η Νίκη έλεγε να φορέσω τα αρβυλάκια μου για να μοιάζω πιο πολύ με εμένα.
στο ένα πόδι είχα αρβυλάκι, στο άλλο σκέτη κάλτσα.
άλλαζα ξανά δαχτυλίδια.
δεν μπορούσα να αποφασίσω.
έβαλα ψηλές μαύρες κάλτσες και ζήτησα τους μεγάλους κρίκους της Νίκης για τα αυτιά μου.
η Νίκη δεν έχει μεγάλους κρίκους.
μου τους έδωσε.

εχθές είδα πως σάπισε το ένα μου δόντι.
πίσω αριστερά.
και έπεσε μες το λαιμό μου.
μετά φούσκωσε μπροστά το χείλος μου.
το έξυσα και κόπηκε.
φάνηκε το κόκκαλό μου.
το ούλο μου πρήστηκε ακριβώς από κάτω.
ξύπνησα και ζήτησα το τηλέφωνο του οδοντιάτρου.
θα πάρω αύριο.
είχα πει από Δευτέρα.
οι Δευτέρες δεν πιάνουν.
ούτε πώς τον λένε δεν ρώτησα.
θα ζητήσω το όνομά του στο τηλέφωνο.
το όνομά του και να μην με βασανίσει πολύ.
με τρομάζουν οι οδοντίατροι.
τα εργαλεία τους κάνουν θόρυβο
και έχει πολύ φως.

με πήρε τηλέφωνο η μαμά μου το απόγευμα.
ήθελε να δει αν πήγα τα χαρτιά για το επίδομα.
είχα πει θα πάω μαμά, θα πάω, μην με πρήζεις.
θα πάω τη Δευτέρα.
δεν πήγα.
δεν το σήκωσα το τηλέφωνο.
δεν ξαναπήρε πίσω.
ήξερε πως δεν θα πάω.
ποτέ δεν πάω.
ποτέ δεν ξυπνάω.
ούτε κοιμάμαι.

με πήρε τηλέφωνο ο μπαμπάς μου το βράδυ.
ήθελε να μου πει πως φοβάται.
ήθελε να ρωτήσει αν χρειάζεται.
και εγώ φοβάμαι.
"δεν ξέρω".
ρώτησε και πώς τα πάω εγώ.
η σχολή.
ο οδοντίατρος.
τα λεφτά.
έφτιαξα φακές εχθές.
έμαθα και το πλυντήριο.
δεν ξέρω.
καλά.
γεια.

ο Κώστας όλη μέρα ανοιγοκλείνει το ρούτερ.
κοιμάται πολύ και μετά δεν κοιμάται καθόλου
κι έτσι κοιμάται συνέχεια.
και εγώ το ίδιο.
δεν μιλάμε πολύ.
βάζουμε κωμωδίες το βράδυ.
ο Κώστας το προτείνει.
εγώ δεν γελάω.
μόνο όταν γελάει αυτός καμιά φορά ανασαίνω λιγάκι πιο δυνατά.
μετά βάζει κι άλλη ταινία.
και εγώ κλείνω την πόρτα.
και αυτός κλείνει το ρούτερ.

και η Μαρία πήρε σήμερα.
δεν το άκουσα.
έβλεπα κωμωδία.
δεν ήταν αστεία.
ήταν τραγελαφική.
πήρα πίσω αλλά δεν το σήκωσε.
τραγούδησα τους στίχους που ήξερα από το every you and every me
και το έκλεισα.
μπορεί να ήθελε να πάμε για καμιά μπύρα.
είχα πει πως μιζεριάζω.
γιατί ρε; με ρώτησε
ο καιρός, της είπα.
αλλά ο καιρός ήταν καλός σήμερα
γι αυτό δεν ξαναπήρα.

άρχισα και πάλι να σου μιλάω σήμερα.
εσύ δε λες και πολλά.
μόνο με ακούς.
φαντασία μου είναι.

είμαι πολύ βαριά.
κουρασμένη.
σήμερα όλη μέρα δεν έκανα τίποτα.
πήγα μόνο στη σχολή για δυο ώρες.
κουρασμένη.
με το ζόρι αλλάζω δωμάτια.
εκτός κι αν θέλω να πάω στην τουαλέτα.
εκεί πάω πιο γρήγορα και μένω με τις ώρες.
πλένω τα δόντια μου 5-6 φορές τη μέρα,
φυσάω τη μύτη μου χωρίς να χρειάζεται
και κοιτιέμαι στους καθρέπτες.
θα βάψω τα μαλλιά μου ξανθά.
ή μαύρα.
έχουν μακρύνει πολύ τώρα και μου αρέσουν.
θα τα κόψω μέσα στην εβδομάδα.
έχουνε ψαλίδα.
και δεν έχουνε ζωή.
και είναι πολύ μακριά τώρα
και μου αρέσουν.

απ' όταν ξύπνησα έχω πονοκέφαλο.
και δεν ανοίγουν καλά τα βλέφαρά μου.
νομίζω έσφιγγα πάλι στον ύπνο μου τα δόντια.
ο καιρός θα είναι.
νομίζω έβρεξε λιγάκι πριν.
ήδη νιώθω λιγότερο ένοχη.
ελπίζω να χιονίσει.

τέλειωσα χθες το καινούριο μου βιβλίο.
γράφω ξανά σαν κάποιον άλλο.
πάλι καλά.
πριν δεν έγραφα ούτε και σαν κι εμένα.

αυτό το μήνα τελείωσε η προθεσμία.
τώρα δεν μου αναγνωρίζεται κανένας λόγος.
έπρεπε να καταρρεύσω έξι μήνες πριν, τώρα έληξε.
έλεγα θα καταρρεύσω
και δεν κατέρρευσα
και έφαγα όλη μου τη δύναμη να με κρατήσω πάνω σε κάτι σπασμένα πόδια.
τώρα δεν έμεινε τίποτα.
κουράστηκα.
από το πρωί έχω πονοκέφαλο.
τα δόντια μου...
ο καιρός...
η Δευτέρα...



Κυριακή, Σεπτεμβρίου 13, 2015

-ρώτησε τι κάνεις -και; καλά είμαι;

αφαιρέσεις χωρίς αναιρέσεις
κι άλλα παιχνίδια τοξικά

παραμύθια για να κοιμηθώ
και ενέσεις αδρεναλίνης για να ξυπνήσω

η φαντασία φθείρεται μπρος στ' αυθεντικό
κάθε ένεση είναι φάρμακο εικονικό
κι ούτε καν (ερ)εθιστικό



κάπου στις ρίζες των μαλλιών μου
μεγαλώνει και δυναμώνει ένα παράσιτο
όμορφο και καθαρό-
μη φοβάσαι, δεν είναι καν κολλητικό
μονάχα μια προέκταση του εαυτού μου
πάνω σ' ένα κρανίο φυτρωμένο για εκτοπισμό
πλήττει μακριά από το πατρικό
και τρώει τα αγαπημένα μου χρώματα απ' τα μαλλιά
μέχρι να αφήσω χώρο ανάμεσα στα κόκαλα
να ταυτιστεί με άλλα μαύρα που ονόμασα λευκά

ωστόσο, οι άκρες των μαλλιών μου κάνουν κόμπους
και κρεμιέμαι από το κεφάλι μου
να με σώσει
από το κεφάλι μου

ποιος ήταν αρκετά αφελής για να πιστέψει στην ορθοστασία
ε δεν ξέρω
αλλά ήταν
και όταν μπαλαντζάρει το σκοινί
και τα πόδια μου δεν ακουμπούν το χώμα
κάπως περίεργο μοιάζει
σα να μην αιωρήθηκα ποτέ ν' ανασάνω
παραισθησιογόνα



αφαιρέσεις
χωρίς αναιρέσεις

να βρω νέο μετά
και μην μην αλλάξει το παλιά

να κάψω το χαρτί
και να μείνουνε άθικτες οι λέξεις

έλα τώρα
σοβαρέψου

πες έναν εφιάλτη να μου φτιάξω
να ξέρω πως όντως θέλω να τον κάψω
και καίγομαι κι εγώ μετά
κι όλα καλά

Πέμπτη, Αυγούστου 27, 2015

στο στήθος μου φυτρώνω αλυσίδες

συμβιβαστικά χρόνια ανεμελειάς
χορός γύρω απ' το λαιμό μου από θηλιές
κρατώ στις παλάμες μου ιδρωμένες χαραγμές ονείρων
και η πτώση συνεχίζει

μέσα σε κάθε καταπακτή από μάτια που εν τέλει έκλεισαν
κατά μήκος του ευατού μου
προς άβατες εποχές εξάρτησης

αν μπορούσα να βγάλω γράμματα μέσα από τις μελανιές-


θέλω να βγάλω γράμματα μέσα από τις μελανιές
και να πιάσω πριν τον ύπνο να διαβάσω το κορμί μου
κάθε αιμάτωμα έχει μια ιστορία να μου πει
για τους κύκλους που πρέπει να στραγγαλίζεις με τη μία
να τους κάνεις μια ευθεία τσακωμένη με την αφετηρία της

θέλω να διαβάσω τα σημάδια μου
κι αντί να γράψω με το αίμα μου
το αίμα να γράψει πάνω στην πορεία μου
να ξέρω να μην ξαναπατήσω τα βρεγμένα-


σφουγγάρισε η μάνα μου το πάτωμα και πάτησα με τις μύτες
άφησα λάσπες ίσα να χαραμίσουν το καθάρισμα
και ξανάπιασε τη σφουγγαρίστρα

και ξαναπάτησα

σφουγγάρισα το διάδρομο από το αίμα μου και πάτησα με τις μύτες
άφησα σταγόνες ίσα να χαραμίσουν την προσπάθεια
και ξανάπιασα τη σφουγγαρίστρα

και ξαναπάτησα

έκλεισα την πόρτα προς το διάδρομο
να μην ξαναπατήσω
αλλά τις στάμπες πάνω στις μύτες μου δεν τις είχα καθαρίσει-


σέρνω με ένα σχοινάκι από πίσω μου κάτι μικρούλες στάμπες
τους έχω βάλει και λουρί
κι όλα τα συναφή

τις βγάζω βόλτα πάνω σε ανθρώπους
τις ταΐζω συγκεχυμένες εικόνες
τις ποτίζω θάλασσες με μπόλικο αφρό
τις πλένω με λόυστρο μην και μου φθαρούνε
τις αγκαλιάζω να μην μου φοβηθούνε από τη μοναξιά-


μια μοναχική γωνίτσα
στην κορυφή ενός δέντρου
έχει χώρο μόνο για εμένα
οπότε για παρέα
παίρνω μόνο όποιον καταπιώ πριν ανεβώ
και τους άλλους-


είναι ο κόσμος μου διαιρεμένος
σε άλλους και αυτούς

τους άλλους
τους πεθαίνω
μονάχα με λιγάκι επαφή

για αυτούς
πεθαίνω
μονάχα για λιγάκι επιστροφή-


γυρίζω προς τα πίσω το κεφάλι μου
για να το βρω ήδη εκεί

και τα δικά τους τα κεφάλια
γυρισμένα
απ' την άλλη

να βρω μία ζωή χωρίς κεφάλι ή-

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2015

χα

η πόρτα στριμώχνεται να χωρέσει μες την κάσα
το παντζούρι ιδρώνει απ' τον ήλιο
το κρεβάτι στριφογυρνά τα σεντόνια να βρει κάποιο σώμα
η λάμπα πλήττει περιμένοντας τον διακόπτη
το ηχείο βραχνιάζει από φωνές άλλων
το ποτήρι φαγουρίζεται από τις σταγόνες
το σταχτοδοχείο βαρυστομαχιάζει απ' τ' αποτσίγαρα
εγώ ξαπλώνω στο πάτωμα
και γελάω


το χτύπησα στον τοίχο κι επανήλθα

ου
α
ου

α
ου

ου
α
ου

α
ου

α

ουψ.


έκοψα τα νύχια μου
να μην μ' αφήνω σημάδια
έσβησα τα μάτια μου
να μην με καψαλίζουν
στείρωσα το κεφάλι μου
και σταμάτησα να γράφω είμαι

Κυριακή, Ιουνίου 28, 2015

άκατα-μάκατα-σούκουτου-μπε

δεν έχω χρόνο
αλλά δεν πειράζει
ποτέ δεν τα πηγαίναμε καλά οι δυο μας
σαν τρίχρονα αγνοούσαμε ο ένας τον άλλο
επιδεικτικά
βάζαμε την παλάμη μπρος στη μούρη μας
και τραγουδούσαμε αλαμπουρνέζικες κραυγούλες
σαρκαστικά
να μας εξευτελίσουμε

δυο μήνες λένε τα ημερολόγια περάσαν
δυο μήνες
και κάτι
διαταραχές

δυο μήνες
και καθόλου
κραυγές

αυτή τη φορά

το χρόνο δεν τον περνάω χρονολογικά
τον περνάω αναδρομικά
σχιζοφρενικά
σουρεαλιστικά
και ανάκατα

ο χρόνος όμως με περνά ανθρώπινα
με περνά νοσταλγικά
μελοδραματικά
καταστροφικά

ε και ανάκατα

ε και
ανακατεύομαι

ε και;

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2015

ένας αναπτήρας

Είμαι ένας αναπτήρας. Εκπνέω αδιάκοπα υγραέριο που δεν τελειώνει, δίχως το θάρρος να γυρίσω το γρανάζι να με ανάψω, δίχως τη δύναμη να σταματήσω να πατάω το κουμπί. Είμαι ένας αναπτήρας που εκπνέει αδιάκοπα υγραέριο κι έχω μια τρύπα κάτω στη βάση μου που ρουφά τις ανάσες μου να επιβιώνει. Ένας αναπτήρας είμαι, δεν τα κατάφερα να γίνω η φωτιά ή και το πλαστικό έστω που λιώνει. Τώρα, έγινα ο αναπτήρας που σου έκλεψα, δανείστηκα για λίγο τ' όνομά που σου έδωσα, για τους δικούς μου λόγους και τους δικούς μου πια τρόμους μπροστά στο ειλικρινές της υστερίας. Ένας αναπτήρας είμαι, δεν είμαι καν ο αναπτήρας, που αδιάκοπα εκπνέει και μόνο τον εμετό του θα εισπνέει, να μένει σε ψευδαίσθηση ζωής, να μην αχρηστεύεται ποτέ του αρκετά για να πεταχτεί επιτέλους στα σκουπίδια. Να μην αχρηστεύεται και να μη χρησιμεύει, να μην τελειώνει και να μην αρχίζει.

Μην το ψάχνετε, τα αζήτητα παραμένουν ασφαλή μες το κουτί κι είναι η ασφάλεια που 'ναι σημαντική, σωστά;


Κυριακή, Ιουνίου 14, 2015

ψάχνω

ψάχνω σε αγνώστους απαντήσεις
ψάχνω σε αντικείμενα εγκρίσεις
ψάχνω λόγους σε φαντάσματα
και βρίσκω μόνο τι δεν έγινε ποτέ

τα εγκλήματα έχουνε παραγραφεί
και καμία εξιλέωση δεν θα υπάρξει
οι τομές μάθαν να προσαρμόζονται σε καθετί που τις χωράει
και εγώ χάθηκα ανάμεσα σε νοητές γραμμές

αν θες να βρεις κάτι να μοιάζει σε εμένα
ή σε αυτή που δεν ήτανε ποτέ
ψάξε στους αγνώστους
στα αντικείμενα
και στα φαντάσματά μου
κι άμα ξεκαθαρίσεις λογική συνοχή
έλα και πες μου να ξεχάσω 

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Τζον Λένον και φεγγαρόφωτο


Έχω ένα γέλιο διαφορετικό, μόνο για σένα.
*από σένα.




μάτια.

θέλω να κολυμπάμε στη θάλασσα γυμνοί τα ξημερώματα

κλικ.

θέλω να ανεβαίνω στους ώμους σου και να μετράω με τις παλάμες το κρανίο σου

άλλη φορά.

θέλω να με κοιτάς όταν θα χτενίζομαι μπρος στον καθρέπτη

τριαντάφυλλο.

θέλω να αφήνεις σημειώματα ποτισμένα με το άρωμά σου στο ψυγείο

φρέντο καπουτσίνο, γλυκός, με γάλα.

θέλω να σε φωνάζω με το επίθετό σου κι εσύ να μου γκρινιάζεις

καληνύχτα.

θέλω να κοιμάμαι πάνω στο στέρνο σου και για ν΄ανασάνεις να μυρίζεις το λαιμό μου

άλλη φορά.

θέλω να μου διαλέγεις ρούχα απ' τη ντουλάπα σου για να κυκλοφορώ μέσα στο σπίτι

σοκολάτα.

θέλω να βγάζουμε τα αγαπημένα μας σημεία σε φωτογραφίες και να τις κολλάμε με συρραπτικό

καμία φορά.

θέλω να μου απομακρύνεις τις τούφες απ' το πρόσωπό με το στόμα

μπαλκόνι.

θέλω να φτιάχνω σχέδια με τον αφρό απ' το σαπούνι στην πλάτη σου

εθνική οδός.

θέλω να κάνουμε έρωτα πάνω στο πλυντήριο

σεντόνια.

θέλω να γράφεις λέξεις πάνω στο στήθος μου με κομματάκια από πάγο

αυτή τη φορά;

θέλω να σου διαβάζω φράσεις απ' τα αγαπημένα μου βιβλία κι εσύ να κάνει υποθέσεις για το τέλος

ξενυχτάδικο.

θέλω να βλέπουμε Ταραντίνο αγκαλιά

λυγμός.

θέλω να τρέμω απ' τους εφιάλτες τα μεσάνυχτα και να μου σφίγγεις τους καρπούς

ασανσέρ.

θέλω να βάζεις στοίχημα πως δεν μπορώ να συγκρατήσω το σφυγμό μου κι εγώ όλο να χάνω

λάθος φορά.

θέλω να ισορροπούμε χοροπηδώντας από αμάξι σε αμάξι

κεραμίδια.

θέλω να σκαρφαλώνουμε σε δέντρα και να μιλάμε για τους θεούς

ερημιά.

θέλω να μεθάμε με αυτοσχέδια σφηνάκια

καμία φορά;

θέλω να χαράζουμε στα έπιπλα τις αναμνήσεις μας

αεροπλάνο.

θέλω να ταξιδεύουμε με χαζοτράγουδα στη διαπασών

αίμα.

θέλω να ματώνουμε τα χείλια μας

θέλω να ματώνουμε μαζί



ράντζο.
έκρηξη.
στρωματσάδα.
δόνηση.
αποσύνδεση.
σαπιοκάραβο.
έκρηξη.
τσιγάρο.
σπασμός.
αυτοκίνητο.
λάθος φορά.
λάθος ιστορία.

αίμα.

πάγος.

αίμα.




Έχω μια πληγή διαφορετική, 

θέλω να με ακούς 

μόνο για σένα.

να ουρλιάζω 

*από σένα

θέλω να βρίσκεις στη στριγκλιά μου

**για σένα

ακόμη και την ευτυχία







*θέλω μονάχα να μην μου βασανίζεσαι 
και να πάνε στο διάολο όλες οι φαντασιώσεις


Τρίτη, Μαΐου 26, 2015

διψούσε για μουσική

Δειλά δειλά, άνοιξε το χέρι του για να χωρέσει το δικό της. 

Οι κόρες της διαστάλθηκαν. 
Ένιωσε να τον ρουφάν μέσα στο χάος τους. 
Έδωσε το χέρι της, αργά, με τις φλέβες να προεξέχουν απ' τον καρπό της. 
Κάθισε πάνω του, αργά, με ευλάβεια.
Με τα δάκτυλά της, άγγιξε το πρόσωπό του. Αργά. 
Αφουγκράστηκε το γυμνό του ζυγωματικό, τη μύτη, μπέρδεψε τις άκρες στα γένια που πλαισίωναν το στόμα του, πίεσε απαλά τα νύχια της στα χείλη του. 
Η ταχυπαλμία αναπηδούσε απ'τον ένα τοίχο στον άλλο κι έκανε το δωμάτιο εκκωφαντικό.
Κούρνιασε το κεφάλι της στη γωνία ανάμεσα στον ώμο του και το κεφάλι
κι εκείνος ανάσανε βαθιά τη μυρωδιά της.

Οι κόρες της ήταν πια μια μαύρη τρύπα.

Τον γράπωσε απ' το λαιμό, κούμπωσε το σώμα της στο δικό του. Πανικόβλητος μπρος στην απροσδόκητη δύναμη της γυναίκας, άρχισε να σπαρταρά πάνω στο στρώμα. Χτύπαγε τα πέλματα στα κάγκελα του κρεβατιού, ξεφώνιζε φθόγγους κι οι λυγμοί του τράνταζαν το σώμα της. Ουρλιαχτά, χτυπήματα και σύρσιμο στο παρκέ όμως, ήταν πλέον υπόκωφα για κείνη. Με το αυτί της κολλημένο στο στήθος του, μεθούσε απ' τον ήχο της καθόδου του σάλιου του προς το στομάχι, την καρδιά του που χτύπαγε τα πλευρά να ελευθερωθεί, ήταν σίγουρη πως άκουγε το νερό να ρέει στα σωθικά του, παρασέρνοντας κάθε εμπόδιο στο διάβα του, τα νεύρα του να τεντώνουν σα χορδές βιολιού και το λαρύγγι του να βράζει. 
Ανθρώπινα ουρλιαχτά, αναφιλητά και κάγκελα που τρίζουν κράταγαν το τέμπο και ο σφυγμός έδινε ρεσιτάλ στη συνοδεία ολόκληρού του του κορμιού.

Ανάσανε ακόμη μια φορά, βαθιά. 
Η μυρωδιά των μαλλιών της τώρα του φερν' αναγούλα.
Με μια κίνηση, την πέταξε στη τζαμαρία και βρυχήθηκε.
"Συγγνώμη".


Έσκασε απ' τον 6ο όροφο στο δρόμο.
Και δεν ακούστηκ' ούτε νότα.

Τρίτη, Μαΐου 05, 2015

Kάτι, ό,τι θες

κάπου σε έχω ξαναδεί.

νάρκωσα τα τέρατά μου.

και σου χρωστάω μια συγνώμη.

νομίζω το παράκανα λιγάκι.

νομίζω πως σε σκότωσα λιγάκι.

ελπίζω πως είναι λιγάκι.

πως είναι για λιγάκι.

δες.

έψαξα να βρω στο λεξικό τι είναι λέξεις χθες.

βρήκα κάπου εκεί το πουθενά που έψαχνες.

δεν είναι τόσο τρομακτικό, μην σε ταράζει.

εγώ τον χάνω τον φόβο μου κι αρχίζει και τρομάζει.

αλλά ούτε εσένα σε βλέπω να φωνάζεις.

ούτε εσένα σε βλέπω.

ξέρεις.

ξέρεις;

οι φίλοι μου δεν ζουν.

ο έρωτάς μου ήταν ήρωας σε μυθιστόρημα.

μα εσένα κάπου, σίγουρα, σε ξέρω.

οι μέρες μου είναι παλιές.

οι νύχτες μου είναι ήρεμες.

λιγότερο ήρεμες από εσένα.

δεν ακούγεται ψυχή από κει μέσα, είσαι καλά;

εγώ την χάνω την ψυχή μου.

χάνω τη φωνή μου.

γαμώ την ψυχιατρική τη σύνθεσή μου.

ξέρω πως δεν θες πολλά-πολλά, μα κάνεις μία χάρη;

ξέχασα πώς μοιάζουνε τα πάθη.

όταν μιλούσα για κενό έλεγα ψέματα.

εντάξει.

εσύ έχεις παρελθόν.

μου δίνεις λίγο;

έχασα τη μνήμη μου.

έχασα και τον πόνο μου και τονε θέλω πίσω.

με γάμησες.

με γάμησα εγώ.

την έχω γαμήσει.

πέθανα διαφορετικά απ' ότι είχα υπολογίσει.

εγώ ήθελα να αναγεννηθώ μέσα απ' τις στάχτες μου.

τι σου λέω κι εσένα μες τη ζάλη σου.

μόνο θέλω πίσω την κομμένη μου ανάσα.

κόβεις λίγο εδώ, στα δεξιά; 

να δω αν εξασθενεί η αναισθησία.

αν μου μάθαινες πώς βασανίζονται οι άνθρωποι
και πώς χαμογελάνε...

είμαι αγενής.

με λένε τρύπα. 

και ξεχείλωσε το σώμα μου.

εσύ έχεις σώμα;

μόνο σώμα έχω.

γαμώ τις προστασίες μου.

θέλω να σε αγγίξω.

ακούμπα λίγο, να χαρείς.

εγώ ήθελα να ζήσω.

ήθελα να θυμάμαι.

ήθελα να γράφω για εκείνα που πονάνε.

δεν έχω λέξεις.

μου πήρες τις λέξεις μου, μπάσταρδε.

μου έκλεψες το κλάμα μου, μαλακισμένο.

τα θέλω πίσω.

με θέλω πίσω.

δεν ξέρω πού είναι το πίσω μου και πού είναι το μπροστά μου.

πήρα και το χρόνο μες τον τάφο μου.

και τώρα δεν υπάρχω.

σε ζηλεύω.

γαμώτο.

κι ούτε που πειράζει.

κι ούτε που λυπάμαι.

δεν θυμάμαι να λυπάμαι.

μόνο ξερές φράσεις.

άσχημες, ανούσιες.

μόνο ξερή υπόσταση.

και εσύ δεν κάνεις τίποτα.

ούτε που με κοιτάς.

μίλα μου, γαμώ την παναγία σου.

θα τον τσακίσω τον βρωμοκαθρέπτη.

να δω μετά που θα κοιμάσαι.

ξύπνα, σε παρακαλώ.

σε παρακαλώ, μαλακισμένο.

δώσε μου κάτι.




















Κυριακή, Απριλίου 05, 2015

pointless sleepless nights


θυμάμαι 
περίεργα 
και κοιμάμαι 
σχεδόν καθόλου 
και σχεδόν συνέχεια 
και σίγουρα, όχι κάτι στη μέση 



όλο το βράδυ γύριζα
στροφές γύρω από τον εαυτό μου
στροφές γύρω το μυαλό μου
στροφές μόνο με τέλος και με καμιά αρχή
που ποτέ δεν τελειώνουν

όλο το βράδυ γύριζα
σου μιλούσα ξανά
σου εξηγούσα 
για να μου εξηγήσω
και θυμόμουν
όσα ξέχασα

είπα την ιστορία μας με μιαν ανάσα
που κράτησε όλο το βράδυ
που γύριζα
κι όταν τέλειωσα
και είχαν μείνει μόνο κομμάτια από τους κύκλους
και είχε μείνει μόνο η ματαιότητα των χρόνων μου
πήρα νέα ανάσα

και με απογοήτευσα ξανά
που μπόρεσα μετά από τέτοιο ταξίδι να ανασάνω
και το ξέσπασμα της νύχτας
έγινε ηρεμία του πρωινού
και εγώ πάλι άφησα κενά που να χωράς
ανάμεσα στις σχισμές μου

όλο το βράδυ
γύριζα
και γύριζες μαζί μου
όλη μας η ιστορία
που δεν ξεκίνησε αληθινά ποτέ
άρχισε και τέλειωσε μες το μυαλό μου
παραλίγο ξεχείλισε από το στόμα μου
και ακούστηκε ένας ψίθυρος
πως όλα ήταν μόνο αίμα και καμιά-δυο χαρτοπετσέτες

και τελικά
το πρωί
πάλι ανασαίνω
τη δική σου ανάσα

τελικά
αντέχω τόσο
που δεν με αντέχω άλλο

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2015

Ογδόντα εννέα ώρες


  Βγήκε από το σπίτι. Ή από το μαγαζί. Ή από την καφετέρια. Τι διαφορά είχε; Κάπου ήταν, ήταν μόνη, έπαιρνε αποφάσεις στη στιγμή, άκουγε κάποια μουσική, προσπαθούσε να συντονιστεί με το κεφάλι της. Τι διαφορά είχε. Από κάπου έβγαινε, έξω στη βροχή. Δεν είχε κρύο. Αγαπούσε αυτόν τον καιρό κι ας θόλωνε την όρασή της, έτσι όπως αχρήστευε τα γυαλιά της. Δεν τα συμπαθούσε έτσι κι αλλιώς. Έκαναν το πρόσωπό της να μοιάζει πιο παχύ, πιο ασύμμετρο, άσχημο. Δεν είχε πρόβλημα με τα γυαλιά της τώρα. Έτσι κι αλλιώς σάπιο ήταν και το εσωτερικό των ματιών της, όπως όλα τ' άλλα τα δικά, εσωτερικά της. Έβλεπε την εικόνα της παραμορφωμένη, γκρίζα και κοινότυπη. Δεν την πείραζαν τα γυαλιά, δεν άλλαζαν κάτι. Και ο καιρός. Δεν την ένοιαζε κι ο καιρός. Ήξερε πόσο τον αγαπούσε. Αλλά δεν ένιωθε να τον αγαπάει. Όχι αυτή τη στιγμή.

  Δεν μπορώ να εξηγήσω πώς ένιωθε καθώς βάδιζε μες τη βροχή. Ποτέ δεν κατάφερε να μου το εξηγήσει κι εκείνη ακριβώς. Το μόνο που μπορώ να καταλάβω είναι πως έμοιαζε η αίσθηση με εκείνη που μου περιέγραφε όταν χανότανε στο δρόμο. Με την ίδια δυσκολία έψαχνε λέξεις. Με τον ίδιο τρόπο, τελικά, το χάος κι η αοριστία στο πρόσωπο και τη φωνή της μετέφεραν το νόημα της σκέψης της. Σήμερα, δεν είχε χαθεί. Ήξερε πού ήταν. Δεν την ένοιαζε και τόσο. Δεν είχε σημασία. Δεν είχε σημασία και πού ήταν πριν, ή πού πήγαινε. Δεν θυμόταν τι είχε σημασία. Το πρωί- εκείνο το πρωί πρέπει να ήταν, μα μπορεί κι όχι, μπορεί και να 'ταν κάποιο άλλο, απ' τα πανομοιότυπα πρωινά της. Το πρωί, είχε ξυπνήσει ξανά ώρες πριν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Κάθε φορά που έψαχνε ένα λόγο να πετάξει τα σκεπάσματα, γύριζε από την άλλη πλευρά του μαξιλαριού και έσφιγγε λίγο πιο κοντά της την κουβέρτα. Κάπως έτσι, είχε παραμείνει σπίτι για μέρες. Αποφάσισε λοιπόν πια τώρα να βγει, μήπως έτσι νιώσει λιγάκι πιο ζωντανή. Δεν είχε χαθεί. Απλά αδυνατούσε να θυμηθεί. Αδυνατούσε να θυμηθεί τι είχε σημασία. Βρισκότανε τελικά χαμένη, σε ένα δρόμο που γνωρίζει, μόνη, ανάμεσα σε ανθρώπους, που προσπερνούν κάτω από τις ομπρέλες τους, άδεια, με τα χέρια της γεμάτα με σακούλες. 

  Άλλαζε μαγαζιά με μεγάλη ταχύτητα, να μην προλάβει να βαρεθεί, να μην προλάβει να πάρει χρόνο να σκεφτεί και πέσει ξανά στην παγίδα της απόφασης. Το κενό της σήμερα θα το κάλυπτε με τρόπο φανταχτερό. Ή, αλλιώς, θα τον έλεγες φτιαχτό. Το γέμισμα για τις τρύπες της, θα το αγόραζε. Άφηνε το βήμα της να χαλαρώνει για μερικά δευτερόλεπτα σε κάθε βιτρίνα που συναντούσε απ' τα δεξιά της. Όταν κάτι έμοιαζε κάπως συμπαθητικό, έμπαινε μέσα βιαστικά και ζητούσε το νούμερό της. Αν το νούμερο υπήρχε, άφηνε ένα με δυο λεπτά τον εαυτό της να κοιτάξει στον καθρέπτη, ίσα ίσα να κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας όταν δεν κοιτούσε ο υπάλληλος. Κι αν της έκανε, έστω στα περίπου, πλήρωνε κι έφευγε. Κι έτσι κάπως, τις αποδείξεις των παπουτσιών της τις κρατούσε για απόδειξη πως υπήρξε η ίδια κάποτε σε αυτή τη γειτονιά.

  Το μεγάλο όμως μυστικό δεν ήταν αυτό. Τώρα που το μέσα της το αισθανότανε τελείως χαλασμένο, θα ισορροπούσε την κατάστασή της με το σώμα. Αυτό, δεν συνεργαζότανε και τόσο τελευταία. Ακόμη και σε στιγμές που η συνείδησή της συμφωνούσε να κάνει ένα βήμα πιο μπροστά, το σώμα της αρνιόταν κατηγορηματικά. Χτυπούσε με ασταμάτητους πονοκεφάλους, αϋπνίες, κρυάδες, τρέμουλα και ταχυπαλμίες. Μα δεν ήταν στο χέρι του. Γιατί το χέρι του, ήτανε το χέρι της. Και το χέρι της τώρα θα το προσέφερε σε χειραψία συμφωνίας στην πιο σπουδαία απ' όλες θεραπεία. Θα άνοιγε πληγές στο κορμί της. Στο πρόσωπο, στην κοιλιά, στο στήθος, στην πλάτη. Τα ξυράφια τα φοβότανε- κι επίσης, δεν ήτανε πια και τόσο μέσα στη μόδα. Θα την εξέθεταν πιο πολύ απ' όσο θα μπορούσε να αντέξει. Όχι, καλύτερα, θα πλήρωνε να την πληγώσουν, να ανοίξουν τρύπες πάνω της, διαμέσου της, να απορροφήσει κάπως το υλικό κενό το άυλο, να ομορφύνει με στρας και με μπίλιες τώρα ένα πρόσωπο που έχασε την ομορφιά του από τα σκουλήκια που φυτρώσανε κάτω απ' το δέρμα. Στην πραγματικότητα, οι τρύπες και οι ζωγραφιές και όλες εκείνες οι ηθελημένες πληγές, δεν ήταν και τόσο ανόητες, όσο ήτανε συνειδητές. Θα μπορούσες να τις ονομάσεις και τέχνη άμα ήθελες. Αφού ήδη συμφώνησες στα ρούχα, στα αξεσουάρ χειρός και στις μπογιές ματιών και χειλιών. Είναι μονάχα ένα βήμα τους μπροστά. Άλλωστε με καταστροφή ξέρουμε μόνο να στολιζόμαστε και να στολίζουμε τις ώρες μας. Ασημικά να συρράψεις στη σάρκα, όμορφες μελανιές να φορέσεις στην πλάτη, φωτιά να καταπιείς, στάχτη να ανασάνεις, φόβο να σε εξιτάρει, πόνο να νιώσεις ζωντανός, αρρώστια πρωινή να σου θυμίσει πως ήσουνα υγιής το περασμένο βράδυ. Μόνο που, για εκείνη, βάραινε σα προδοσία. Ξεπουλούσε την πραγματικότητά της για μια ψευδαίσθηση, που ήδη γνώριζε την κάλπικη αξία της. Ξεγελούσε τον εαυτό της με ένα κόλπο ταχυδακτυλουργικό, που είχε η ίδια αποστηθίσει. Δεν είχε σημασία όμως. Ή, αν είχε, δεν το θυμόταν.

  "Λοιπόν, δεν ξέρω τι να σου πω. Νομίζω θα στα έλεγα όλα αν στο τηλέφωνο σε έπαιρνα να ακούσεις τη σιωπή μου. Χαώθηκα. Το 'χασα. Ναυάγησα. Τα σκάτωσα. Πώς το λένε. Παραιτήθηκα. Έτσι το λένε, υποθέτω. Και μου είναι δύσκολο να βρω λόγο να γυρίσω. Μοιάζει πλέον μακρινό, ίσως και λιγάκι ουτοπικό κάτι διαφορετικό. Κάτι συμβαίνει. Χάνω τον έλεγχο. Μου ξεφεύγω. Κάπου, κάτι, έσπασε. Ένα γρανάζι, ένα κόκαλο, ένα εγώ μου. Κάτι μέσα μου με τρώει και δεν μου δίνει καν το όνομά του, ή το τηλέφωνό του, έστω, να το βγάλω έξω για κάποιο άλλο φαγητό. Δεν έχει όνομα πραγματικό, νομίζω. Τουλάχιστον, όχι κάποιο υπαρκτό. Ίσως σε κάποια γλώσσα που δεν έμαθα ποτέ. Ίσως σε κάποια που κανείς ακόμη να μην άκουσε. Δεν το λένε καν κενό. Τουλάχιστον, όχι μόνο αυτό. Δεν ξέρω πώς να στο πω. Αν ρωτήσεις, θα σου πω είμαι καλά. Δεν είναι ψέμα, φυσικά, είμαι καλά. Θέλω να πω, δεν είμαι τίποτα. Όποτε αν με το ζόρι θέλετε κάτι να είμαι, είμαι ό,τι θέλετε να είμαι. Ό,τι βολεύει πιο πολύ. Τι να σου πω. Καλύτερα δεν θα απαντήσω άμα με ρωτήσεις. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου. Αλλά στους ανθρώπους αρέσει να παίρνουν απαντήσεις. Κάνουν συλλογή από απαντήσεις και εθίζονται στις ερωτήσεις. Η δική μου συλλογή κάπου χάθηκε, κλάπηκε μπορεί, ή θάφτηκε, ή διαγράφηκε καταλάθος, μαζί με κάτι αναμνήσεις. Πέθανε. Και ό,τι με ρωτάτε, πρέπει πάλι απ΄την αρχή να το ερευνήσω, οπότε να είσαι υπομονετικός μαζί μου όταν θέλεις να ρωτάς. Ιδίως όταν περιμένεις όντως να απαντήσω. Βαρέθηκα και να ρωτάνε για να δίνω τη δική τους την απάντηση. Αλλά δεν έχω ούτε και τις έτοιμες, τις μασημένες τους. Χάθηκαν κι αυτές. Μαζί με όλα τ' άλλα. Δεν έχω ιδέα, πια. Κυριολεκτικά, στέρεψα κι από ιδέες, όχι μόνο ιδανικά. Δεν έχω ιδέα. Δεν ξέρω τίποτα. Μην με ρωτάτε, καλύτερα. Η Γη είναι κυκλική για μένα αυτή τη στιγμή. Επίπεδη και στριφογυριστή. Δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι."


Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2015

σύνταξη δεν βρίσκω και



διαλέγω τις λέξεις και
τις μειώνω σε αριθμό και 
τους κλέβω τις προτάσεις και 
μόνες τις αφήνω σαν κι εμένα και 
μετά

μετά τις κόβω στη μέση και 
μένουνε μετέωρα τα σύμφωνα χωρίς ένα φωνήεν και 
είναι οι λέξεις μου μισές και ποιος τώρα να τις καταλάβει και 
μετά
και μετά και 
μετά 

τις θρυμματίζω και μετά 
τις καταπίνω και πάλι μετά 
βήχω και 
λέω πως αρρώστησα και
δεν αρρώστησα 
μόνο
να

το σώμ' ανέλαβε να πάρει πάνω του την ευθύνη για 
τα κόκαλα που τρίζουν και για 
τα μάτια που δακρύζουν και για
τις νύχτες που δεν κοιμάμαι και 
τις μέρες που κάτω από το πάπλωμα ξεχνιέμαι και
δεν αρρώστησε το σώμα 
αρρώστησα 
εγώ αρρώστησα 
εγώ και 

και πέθανα 
πριν από μέρες ήταν η κηδεία, μα
σε κλειστό ήτανε κύκλο να μην προκληθεί κανένας πανικός γιατί
μαζευτήκαμε πολλές οι θανατικές ιστορίες και 
οι φανατικές κατηγορίες και 
τελικά μόνο το σώμα ήρθε και
θρήνησε, συνήλθε και επανήλθε 
κοντά σας και 
ό,τι με θέλετε μπροστά σας 
θα το έχετε και 

και θα ΄ναι σα 
να ήμουνα εκεί σα 
να μην ήμουνα στα αληθινά νεκρή και 

και πείστε το κι εκείνο πως είμαι ακόμα ζωντανή,

να έχει κάποιος απ' τους δύο μας να ελπίζει. 





πού να βάλω το μηδέν

μετράω

μετράω αντίστροφα.
χάνω το μέτρημα.
αριθμοί διαπερνούν τα μάτια μου.
αριθμοί γίνονται τα μάτια μου.
καίνε τα μάτια μου.
από την κούραση
ή από τον πυρετό
ή από εσένα
ή το ίδιο είναι
ή πάλι είμαι 
εγώ ο αριθμός
ή πάλι
είμαι
σε όνειρο
και όσο εδώ αρπάζουν και τα βλέφαρά μου
κάπου πιο έξω παραμένουν δροσερά 
και ασφαλή
και σκοτεινά 
και κρυμμένα
και 
σαν τη φωνή μου
παραλίγο πεθαμένα
μα όχι ακριβώς.


φωνές

έβαλα τις φωνές
στις φωνές
μες το κεφάλι μου
και αυτές εν τέλει μ' άκουσαν
και σώπασαν
ή τουλάχιστον
περίπου
δεν ουρλιάζουν τώρα
ούτε μου αφηγούνται ιστορίες τρόμου
ούτε και λιμάρουν τα νύχια τους στη λογική μου
μόνο
μείναν σα μια βαβούρα πίσω από τις λέξεις
αφήνουν μια ηχώ 
μετά από κάθε συνειρμό
και κάνουν πως δεν υπάρχουν
έτσι όπως βαραίνουν τη μέση μου
και εθίζουν το κορμί μου στην αδράνεια
και το πρόσωπό μου στην αφάνεια.


και φαντάσματα

έτσι πνιγμένη σε αντικατοπτρισμούς
σε μια τελευταία μου προσπάθεια
εύχομαι να σε κάνω κι σένα ένα φάντασμα
για να ταιριάξουμε κάπως τελικά
και τελικά κάπως να χαθούμε ο καθένας στην αόρατη μεριά του
σε πόλεις φτιαγμένες για ζωντανούς
με δρόμους κατεστραμμένους από φρικιά 
που δεν φαίνονται με τα φώτα ανοιχτά.


στο δρόμο

δρόμος δίχως τίτλο
κανένα τίτλο στο κεφάλι μου
δρόμος γνώριμος 
παραμένει ανώνυμος 
όσο κι αν κοιτάζω αριστερά και δεξιά

ξέρω πως κάπου είν' η θάλασσα

ξέρω πως η άσφαλτος θα έπρεπε κάπου να κατηφορίζει
και κάπου να μπορώ να δω κάποιο οικείο μου σημείο

ξέρω πως είμαι κοντά

ξέρω πως θα έπρεπε να ξέρω

αλλά δεν έχω ιδέα

έχω χαθεί
πέντε λεπτά μακριά απ' τον προορισμό μου
δεν καταλαβαίνω πού είμαι
προς τα πού κατευθύνομαι
πώς φαίνομαι 
όταν βαδίζω
όταν σε κάθε τρίτο βήμα τα πόδια μου τρεκλίζουν
και όταν 
έτσι όπως περνώ το δρόμο κοιτάζοντας από την αντίθετη μεριά
οι οδηγοί των αυτοκινήτων συνεχίζουν να με βρίζουν

αλλά πάνε μήνες τώρα
και προτιμώ να τα σπάσω τα τηλέφωνα
παρά να πέσω ξανά στην δική τους την ανάγκη.


κι αυτοκίνητα

πέθανα σήμερα
ήταν ένα από τα αυτοκινητιστικά που είχα φανταστεί
δεν έγινε ποτέ
και γι αυτό ποτέ
κανείς δεν κατάλαβε γιατί
κι όταν έσχισαν το σώμα μου στο χειρουργικό τραπέζι
βρήκαν στο στομάχι μου
θρυψαλάκια από καθρέπτη
και 
δέρμα από τα χείλη μου
και
παραισθησιογόνα
και
placebo, τελικά
και
χαρτί υγείας
και
φωτάκια δωματίου
και
εύληπτες σειρές
και
σειρές από γράμματα καμμένα
και 
καμμένα δάχτυλα
και
τοίχους από μαξιλάρια
και 
χαλασμένα ξυραφάκια
και
ραγισμένα ρολόγια χειρός
και 
όλα αυτά
σε μικρογραφίες
μέσα σε φωτογραφίες
θολές και παραποιημένες

όνειρο ήταν
κι αυτό όνειρο
περίεργο όλα πώς καταφέρνουν και χωράνε
με το ζόρι ανάμεσα σε κάτι στιγμιαίες νάρκες
πριν ξυπνήσω ξανά
μεσάνυχτα
και μετά πάλι ξημέρωμα
και μετά το μεσημέρι
και μετά πίσω στο κρεβάτι στις εφτά.


και όνειρα

σ' ένα άλλο είδα
πως μου κόψαν τα μαλλιά
και πολύ τρομοκρατήθηκα
όταν είδα το πρόσωπό μου άδειο
όταν είδα τα απομεινάρια μου γυμνά και άκομψα
όταν είδα όλη μου την ομορφιά πάνω σε κάτι χαμένες τρίχες
όταν θυμήθηκα ότι εγώ είχα ζητήσει το ψαλίδι
όταν ξύπνησα
και το ψαλίδι το είχαμε χαμένο
και το πρόσωπό μου συνέχιζε να είναι το ίδιο με το όνειρο
και τα μαλλιά μου ακόμη να καλύβουν το μισό κορμί μου.


και σώματα

το κορμί μου δεν αντέχει
την πίεση της μισάνοιχτης πόρτας
το μυαλό μου δεν αντέχει 
τους ανθρώπους

ευτυχώς δεν θα πάρει πολύ για να τους διώξει
μείναν λίγοι
και έμεινα λίγη
λιγότερη από ποτέ.





και δε μετράω τελικά

μετράω αντίστροφα
δεν ξέρω πού να βάλω το μηδέν
και καταλήγω να σκέφτομαι κάτι δεκαδικούς
που κάπως θα το πλησιάζουν.



οπότε γίνομαι ξανά μουγκή

γι αυτό σκορπάω παντού λέξεις


και επιλέγω να μένω μόνη

γι αυτό παίρνω τηλέφωνα, στέλνω μηνύματα, γράφω σε τοίχους


και σπάω σε κομμάτια

γι αυτό τραγουδάω στα πεζοδρόμια ολόκληρα τα κουπλέ


και είμαι εθισμένη στις κλειδωμένες πόρτες

γι αυτό φεύγω απ' το σπίτι


και νέκρωσα

γι αυτό δεν χρειάζεται να μαθευτεί η απουσία μου παραέξω μου