Κυριακή, Φεβρουαρίου 12, 2017

Τώρα που μείναμε χωρίς σπίτι

εγώ είχα πάντα πρόβλημα με τα πόμολα,
η αδερφή μου με τα φώτα.
θα 'λεγε κανείς πως έφταιγε το σπίτι.

οι διακόπτες, για να φανταστείς,
ίσα ίσα που ξεχώριζαν από το πλαίσιο της πόρτας
και έφταναν ακριβώς στο ύψος του αγκώνα,
έτσι που όταν έστριβες να φύγεις απ' το δωμάτιο,
αυτομάτως
άφηνες πίσω σου σκοτάδι.
ή, άλλες μέρες,
όταν βιαστικά έμπαινες μέσα
και χτυπούσες στο διάδρομο τα πόδια σου
διεκδικώντας λίγη μοναξιά,
αμέσως έσβηνε η λάμπα
και η αίθουσα μόνη της σα να σε έδιωχνε μακριά.
όσο για τα πόμολα,
αυτά θαρρείς σε μαγνητίζαν.
έμοιαζαν οι προεξοχές τους με γάντζους εχθρικούς,
μπλέκονταν στα μανίκια σου,
στα ακουστικά σου,
τα μαλλιά σου
όπως έτρεχες να προλάβεις ένα λεωφορείο
που δεν ήθελες να πάρεις.
για λίγα μόνο δευτερόλεπτα,
επέβαλαν τη συντροφιά τους-
κι αυτή όταν επιβάλλεται
προκαλεί πολλούς κινδύνους.
τα συρτάρια,
τα πατάρια,
οι ντουλάπες,
σε τραβούσαν προς το μέρος τους,
να χωθείς μέσα τους,
χωρίς ουτ' ένα πέρασμα σε άλλον κόσμο.
στην καλύτερη των περιπτώσεων,
φλερτάριζες με τα ψηλά παραθυρόφυλλα,
κολλούσανε στη σόλα σου κι ανοίγαν τρύπες μες τους τοίχους,
να δελεάσουν το κακό.
εσύ όμως
έβριζες μες τα νεύρα σου τα χερούλια
και καταριόσουν το σχεδιαστή τους,
με σπασμωδικές κινήσεις ξεμπέρδευες τα άκρα σου
από τα δίχτυα του σπιτιού
και ευθυγράμμιζες ξανά τα έπιπλα.

θα έλεγε κανείς πως έφταιγε το σπίτι,
μα όσα κι αν αλλάξαμε μέχρι τα δεκαοχτώ μου
μοιάζαν εξίσου στοιχειωμένα.
μεγαλώνοντας, ήμουν πλέον σίγουρη πως
εμείς,
τα αστέρια της μητέρας μας,
ήμαστε που κουβαλούσαμε μαζί μας τα φαντάσματα.
και οι ίδιες
ήμαστε και μόνες μας
λιγάκι στοιχειωμένες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου