Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2012

Translation.

Καθώς αφηγούταν την ιστορία του,
τα γαλάζια του μάτια γυάλιζαν στο φως του παραθύρου
και ενώ η χροιά του είχε αλλάξει και μιλούσε πλέον πιο σιγανά,
η ένταση που έβγαινε ήταν τόση που σχεδόν φαινόταν στον αέρα-
σα να έβγαινε η ψυχή του έξω μεταμορφωμένη σε παραμύθι.
Τον άκουγα με όση προσήλωση θα μπορούσα να δείξω ποτέ
και πίσω από τις λέξεις του έβλεπα εικόνες, έψαχνα αλήθειες,
κρυμμένες καλά μέσα σε πλαστούς ήρωες.
Κάθε του κόμμα και ένας συνειρμός,
κάθε παύση και μια νέα ερμηνεία,
τα πορίσματα έβγαιναν με φόρα, το ένα μετά το άλλο
και σχημάτιζα μια καθαρή εικόνα της πραγματικότητας του,
μιας που σπάνια ή και ποτέ δεν έδειξε ξεκάθαρα,
παρά μόνο την εννόησε μέσα από υπαινιγμούς και σχόλια.
Μπροστά μου λοιπόν την έβλεπα,
όλη του την ιστορία να ξετυλίγεται όσο συνέχιζε η πλοκή,
όσο κάθε φανταστικός χαρακτήρας 
ταίριαζε απόλυτα μεσ' το κεφάλι μου με αληθινούς.
Τον κοιτούσα λοιπόν, να παρομοιάζει τον εαυτό του με γέρικο δένδρο
και προσπαθούσα να βεβαιωθώ ότι όντως τα μάτια του είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν,
όντως απέφευγαν το βλέμμα μου,
όντως, ήταν κάπου αλλού, βαθιά μέσα στην ψυχοσύνθεσή του.
Μιλούσε κι ενώ ξεδιπλωνόταν όλη του η δημιουργικότητα,
εγώ, ανάμεσα σ'όλα τ' άλλα,
είχα ήδη αναγνωρίσει το ρόλο της γυναίκας μέσ' το έργο
και θαύμαζα τον έρωτα που ακόμη και μέχρι εκείνη τη στιγμή φαινόταν να έχει μέσα του,
μετά από τόσα χρόνια και τόσες αλλαγές.
Συνέχισα λοιπόν να τον χαζεύω, να τον ακούω να διηγείται
και να θαυμάζω την αφοσίωσή του,
πιθανολογώντας μέσα στο κεφάλι μου,
ακούγοντας τις περιγραφές του για τη δύναμη που έβλεπε στην ηρωίδα του έργου του,
την ελιά που συνάντησε και παρακολούθησε να μεγαλώνει-
μια δύναμη που δεν μπορούσε να βρει στον εαυτό του.
Μιλούσε για εκέινη,
που παραπονιόταν για τα λιγοστά της άνθη
κι εκείνον που την παρηγορούσε, υποσχόμενος μια επερχόμενη δόξα.
Περιέγραφε με τόση σιγουριά, ήξερε τόσο άπιαστα τα συναισθήματα του χαρακτήρα του,
που δεν μου άφηνε κανένα περιθώριο να αμφιβάλω για την "γήινη" ταυτότητά του.
Ακόμη και τις ημερομηνίες ακριβώς τις έλεγε,
κι αντί να μιλά καμιά φορά σε χρόνο παρελθοντικό,
ξεχνιόταν και η αφήγηση ερχόταν στο παρόν.
"Με τα χρόνια, ο τρόπος που την αγαπούσε άλλαξε" μου εξηγούσε
και μου ζητούσε να μην παρεξηγήσω την αγάπη του δένδρου για τη νέα ελιά,
γιατί ήταν πολύ αγνή,
κι έτσο συνέχιζε, και με παρέσερνε με τις περιγραφές του και τη χροιά του,
μέχρι που χτύπησα σε τοίχο.
Είχα κάνει λάθος τις υποθέσεις μου, 
τόσο απορροφημένη να ψάχνω το λογικό επακόλουθο,
ώσπου η ερώτησή του μου άλλαξε πορεία σκέψης.

-Καταλαβαίνεις ποιο είναι το πρόβλημά του;
-...Ότι δεν μπορεί να ανθίσει ο ίδιος;
- Όχι. Είναι ένα πολύ γέρικο δένδρο, ή τουλάχιστον αυτό του λένε όλοι, κι αυτή είναι πολύ μικρότερη...Ένα χρόνο αργότερα όμως, η ελιά έρχεται με ένα υπέροχο άρωμα, νιότης και άνοιξης, κι εκείνος προσπαθεί να την πείσει πως δεν υπάρχει τίποτα λάθος με αυτό που νιώθει. Πως θα προτιμούσε να ξεριζώσει όλα του τα κλαδιά, παρά να της κάνει κακό...


..."Λοιπόν, πιστεύεις ότι θα μπορούσε να γίνει μια καλή ιστορία;", είπε τελειώνοντας, προσπαθώντας με κόπο, όσο μπορούσα να αντιληφθώ, να επαναφέρει το φυσιολογικό του ύφος.


Is it my instinct screaming, or am I becoming paranoid?

5 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τελικα ισχυει οτι βλεπεις αυτο π θελεις να δεις.
    Oh my.......

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. I know...

      ξέρω ότι μοιάζει... αλλά αν ξαναδιαβάσεις, είναι κομμάτια που δεν κολλάνε...

      Διαγραφή
  3. αν συνεχισω να το διαβαζω 10 φορες τη μερα θα πεσω απ' το κουλε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή