Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

Ταξίδι


Τα μάτια της, πράσινες φωτιές μεσ' το μισοσκόταδο, έτρεχαν
με την ίδια ταχύτητα που τα πόδια της έτρεμαν πάνω στο φθαρμένο δέρμα.
Το φεγγάρι είχε κρυφτεί και πάλι πίσω από τα κοκκινωπά σύννεφα
και λιγοστές ασημένιες ακτίνες φώτιζαν το δρόμο μπροστά της.
Ο άνεμος χτυπούσε με μανία το νεανικό της πρόσωπο
και χλιμιντρίσματα βούιζαν στ' αυτιά της.
Πολύ καιρό ονειρευόταν εκείνη τη στιγμή,
που η πνοή της θα άφηνε σχήματα  στην σκορπισμένη ομίχλη,
η ψυχή και το σώμα της θα δραπέτευαν μακρυά απ' όλες εκείνες τις κενές και μοναχικές σκέψεις
και ποτέ ξανά δεν θα 'κουγε φωνές, παρά μόνο εκείνες του αλόγου
ανάμεσα στις κάτασπρες και λιγάκι ασθενικές γάμπες της,
στολισμένες με ένα μακρύ φόρεμα -σαν κι εκείνα που 'χε δει μια φορά κρυφά σε μια βιτρίνα-
να ανεμίζει σαν νεογέννητο πουλί που μαθαίνει να πετά.
Το άλογο σφύριζε, τα πόδια του χτυπούσαν στο νωπό χώμα
καθώς διέσχιζε τον ορίζοντα ανάμεσα στα δύο απέραντα γαλάζια ουρανού και θάλασσας.
Το βλέμμα της γυάλιζε όσο συνέχιζε να φευγεί
και το μυαλό της είχαν κατακλύσει καινούρια όνειρα,
για μια καινούρια ζωή.
Ένιωθε την ανάσα της να συγχρονίζεται με του ζώου,
αισθανόταν και τη δική του ανάγκη να ξεφύγει από την τρέλα,
να ελευθερωθεί απ' τα αόρατα κάγκελα της φυλακής του.
Μα ο δρόμος ήταν δύσκολος, μακρύς και τραχύς,
με πολλές στροφές που οδηγούσαν στο πουθενά
και οι δυό τους άρχισαν να ζαλίζονται.
Σιγά-σιγά το ταρακούνημα έγινε πιο δυνατό,
τα σφυρίγματα κάλυψαν κάθε ήχο και, μεσ' την ταραχή,
ο φόβος τελικά τους έφτασε.
Άφησε πίσω τη μάσκα σκιάς που τόσες ώρες τους κυνηγούσε
και ξεχύθηκε μεσ' τις καρδιές τους ξανά.
Το άλογο σταμάτησε απότομα και το κορίτσι βρέθηκε να πέφτει με φόρα
στο, ολοσκότεινο πλέον, τοπίο.
Το κεφάλι της χτύπησε με δύναμη στον τοίχο,
τα μάτια της άνοιξαν και, γεμάτα δάκρυα απελπισίας,
αντίκρισαν τα συντρίμμια του μικρού της καρουζέλ
ανάμεσα στα κάρβουνα, στην κρυψώνα του ασφυκτικού βαγονιού της.


2 σχόλια: